ΓΙΑΝΝΗΣ
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Ο ξανθός
αρχάγγελος
του μπάσκετ

Έμεινα στο ίδιο ξενοδοχείο με τον Γιάννη Ιωαννίδη το λάθος τριήμερο: όταν ο Ολυμπιακός, ο δικός του, πλασμένος από το μηδέν με πηλό και ευτελή υλικά Ολυμπιακός, σκόνταψε στο τελευταίο εμπόδιο πριν το θαύμα.


Οι «ερυθρόλευκοι» ταξίδεψαν στη Γαλλία με προβάδισμα έναντι της μετέπειτα πρωταθλήτριας Λιμόζ (1-0, με νίκη στην Πάτρα, αφού το ΣΕΦ ήταν κλειδαμπαρωμένο λόγω εκτρόπων) και χρειάζονταν ένα διπλό για να κλέψουν το εισιτήριο μέσα από την τσέπη του Μπόζινταρ Μάλκοβιτς.Ναι, ο ίδιος Ολυμπιακός που την τελευταία προ Ιωαννίδη χρονιά τερμάτισε 8ος στο εγχώριο πρωτάθλημα της Α1. Έκτοτε, είχαν μεσολαβήσει μόλις 20 μήνες. Αλλά στον κόσμο του Ιωαννίδη, δύο χρόνια είναι αρκετά για εκτόξευση από το ημίφως στο φως.
Toν Άρη τον κληρονόμησε ως αμούστακος προπονητής 8ο και παρακατιανό το 1978 και τον έκανε πρωταθλητή μέσα σ’ένα χρόνο, προτού ακόμη ακουστεί στη Θεσσαλονίκη το όνομα «Γκάλης». Την ΑΕΚ την παρέλαβε 10η το 1996, κάτω από το Σπόρτιγκ και τον Απόλλωνα και ισόβαθμη με τον Παπάγο, και την οδήγησε στον ευρωπαϊκό τελικό του 1998. Ο Ολυμπιακός της δεκαετίας του ‘90 ήταν το μεσιανό από τα τρία θαύματα του Γιάννη Ιωαννίδη.

Την παραμονή του πρώτου από τους δυο αγώνες της Γαλλίας, ο «ξανθός» ήταν κεφάτος και μιλούσε μέχρι αργά το βράδυ, στο γνώριμο πηγαδάκι με Σαλονίκη, Σάρρα και λοιπούς αυλικούς, που φυσικά δεν πρόφταιναν να ξεστομίσουν μιλιά. Δημοσιογράφοι δεν υπήρχαν στο «Νοβοτέλ», εκτός από έναν, που είχε φροντίσει να κλείσει έγκαιρα δωμάτιο στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο (το οποίο γνώριζα από παλαιότερο ταξίδι με τον ΠΑΟΚ), πριν το καβατζάρει ολόκληρο ο Ολυμπιακός.
Αυτός ο ένας, όμως, καθόταν σε άλλο τραπέζι σε απόσταση δέκα μέτρων. Άκουγε τα πάντα από ακτίνα ασφαλείας, αλλά παρίστανε ότι διάβαζε το βιβλίο του. Τη νύχτα μετά το 1-1, στο ματς με τη γραμμή του Πάσπαλι, το λόμπι είχε μείνει έρημο, αφού ο Ιωαννίδης ήταν κατάκοπος όσο και η υπόλοιπη ομάδα. Την επόμενη, όμως, παραμονή της μεγαλύτερης ημέρας του πολέμου, ο προπονητής αποζητούσε συντροφιά για να διασκεδάσει την αγωνία του.

Ήταν διχασμένο κορμί εκείνο το βράδυ ο Ιωαννίδης. Η νίκη του Άρη επί της Εφές Πίλσεν στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων, σε κάποια άλλη γωνιά της Ευρώπης, τον είχε βυθίσει σε χαρμολύπη. Η ομάδα της καρδιάς του –αν και ο ίδιος δήλωνε παλιά οπαδός του …Ηρακλή- είχε μόλις κατακτήσει το παρθενικό ευρωπαϊκό της τρόπαιο, αλλά προπονητής της ήταν πλέον κάποιος άλλος: ο Σβι Σερφ.
Χωρίς να το υποψιάζεται ο Ιωαννίδης, έμελλε να ζήσει το ίδιο συναίσθημα ξανά, το 1997, όταν έλυσε τον ίδιο γόρδιο δεσμό και ο Ολυμπιακός, έναν χρόνο μετά τη δική του φυγή. Με αφεντικό ένα γνήσιο τέκνο του αχώνευτου «σέρβικου λόμπι», τον Ντούσαν Ίβκοβιτς.
Το παρεάκι στη Λιμόζ μαζεύτηκε γύρω στις 11.30, αλλά το μπαρ του «Νοβοτέλ» είχε ήδη κλείσει. «Σαλονίκη, έλα να το διαρρήξουμε», πρόσταξε ο Ιωαννίδης. «Αλλιώς θα μείνουμε στεγνοί». Όπερ και εγένετο. Το ντουλάπι με τις μπύρες παραδόθηκε και άνοιξε σαν βεντάλια. Δεν έμαθα ποτέ αν πληρώθηκαν οι ζημιές.
Ο Γιούρε Ζντοβτς νίκησε τον Ζάρκο Πάσπαλι στην τελευταία φάση του αγώνα και το εισιτήριο για το φάιναλ-φορ έκανε φτερά, 2 δευτερόλεπτα πριν το τέλος. «Είναι η χειρότερη ήττα της ζωής μου», μεμψιμοιρούσε ο Ιωαννίδης. Όταν είδε τους δύο Γιουγκοσλάβους να φεύγουν μαζί για φαγητό, έγινε κόκκινος από τη σκασίλα. Είχε πιστέψει στην πρόκριση και την έβλεπε να απομακρύνεται, μέσα στη νύχτα της γαλλικής υπαίθρου.
Ένιωθε, όμως, υπερήφανος για την ομάδα του, την ίδια που έναν χρόνο αργότερα εκθρόνισε για τα καλά τους «αιώνιους» της Θεσσαλονίκης στο εγχώριο στερέωμα και μεταμορφώθηκε σε υπερδύναμη.
Η αποχαιρετιστήρια βραδιά ήταν βυθισμένη σε βαθιά μελαγχολία, αφού το πούλμαν με τους ταξιδευτές οπαδούς του Ολυμπιακού έφερε μαζί του δύο νεκρούς. Ο αποκλεισμός της ομάδας μπάσκετ περνούσε σε δεύτερο πλάνο και ο Ιωαννίδης καταλάβαινε μέσα στη σκοτοδίνη του ότι οι αγώνες με τη Λιμόζ δεν ήταν παρά το εφαλτήριο για την εκτόξευση.
Η ομήγυρη της τελευταίας νύχτας πριν την επιστροφή ήταν μικρή, μουτρωμένη και χωρίς χωρατά. Ο απαρηγόρητος Ιωαννίδης βρήκε παρηγοριά στη ζεστή αγκαλιά ενός αδέσποτου σκυλάκου δίπλα στη λίμνη. Στο «Νοβοτέλ» είχε έρθει και ο Συρίγος, οπότε έκρινα ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή για να πλησιάσω.
«Ο δικός σου είναι ο πιο διακριτικός δημοσιογράφος που έχω γνωρίσει ποτέ», του είπε ο Ιωαννίδης. «Δηλαδή, ο πιο μαλάκας», απάντησε γελώντας ο Φίλιππος. Όσα ειπώθηκαν οφ δε ρέκορντ τις νύχτες στη Λιμόζ, πάντως, έμειναν για πάντα στη Λιμόζ. Στο ξενοδοχείο με το σπασμένο μπαρ.

Πώς τα καπνίζεις αυτά, κορίτσι μου...

Οι τρεις μας συναντηθήκαμε ξανά στο σπίτι του «ξανθού» κάπου στα ορεινά της Βούλας, γύρω στο έτος 2000, όταν μου χρέωσε το περιοδικό Active να φιλοτεχνήσω μία κοινή συνέντευξη των δύο ανδρών: «Ο Φίλιππος Συρίγος συναντά τον Γιάννη Ιωαννίδη». Με την αφεντομουτσουνάρα μου, σε ρόλο πρακτικογράφου και με τη Γιούλα να φτιάχνει τους καφέδες. Η μοναχοκόρη του ζευγαριού δεν είχε γεννηθεί ακόμη.
Άφησα τους δύο γεροπαράξενους να βρίζονται για πλάκα, όπως συνήθιζα, και περιηγήθηκα στο ισόγειο της διώροφης μεζονέτας, όπου στεγάζονταν δεκάδες ζωγραφικοί πίνακες μεγάλης αξίας. Μερικούς, ο Ιωαννίδης τους είχε αγοράσει απ’ ευθείας από τον καλλιτέχνη. «Γνώρισα τον Τσαρούχη και τον Μυταρά, ζήτησα αυτόγραφο από τον Μόραλη», έλεγε συχνά, με το βλέμμα του ανθρώπου που έχει μόλις συναντήσει τα ινδάλματά του.

Προκειμένου να αγοράσει σπάνιους πίνακες,ο Ιωαννίδης ταξίδευε ινκόγνιτο στο Λονδίνο -τον καιρό που δεν δούλευε σε κάποια ομάδα- και συμμετείχε σε δημοπρασίες του οίκου Σόθμπις, όπου τον εντοπίσαμε με έναν φωτογράφο της Ελευθεροτυπίας. Αυτή η πολύτιμη συλλογή («η καλύτερη επένδυση») ήταν ανέκαθεν το πάθος του Ιωαννίδη. Αν δεν απατώμαι, ο μικρότερος αδελφός του είναι ζωγράφος.
Ο ίδιος ο Γιάννης, σπούδασε Γεωπονία (αλλά και Πολιτικές Επιστήμες) και εργάστηκε στην Αγροτική Τράπεζα στον Σωχό της Χαλκιδικής, υπεύθυνος για δάνεια και ιχθυοκαλλιέργειες. Όσο σπούδαζε, έβγαζε μεροκάματα κουβαλώντας καρπούζια σε μανάβικο, ενώ παράλληλα αρθρογραφούσε σε εφημερίδα της Θεσσαλονίκης, υπεύθυνος μίας κουτσομπολίστικης στήλης.


Ακόμη δεν έχω καταλάβει, αν ο Ιωαννίδης έβλεπε το μπάσκετ περισσότερο ως καλλιτεχνία ή ως σωματικό κάματο όπως αυτόν τον ξωμάχων. Μάλλον κάτι ανάμεσα στα δύο.«Μου έλεγαν για τον Αττικό ουρανό και πίστευα ότι είναι μύθος, μέχρι που μετακόμισα στην Αθήνα», είπε, όταν μας υποδέχθηκε στο σπίτι του, εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό. «Τώρα τον βλέπω κάθε μέρα και δεν τον χορταίνω». Η Γιούλα άφησε τους μαντράχαλους για λίγο μόνους και πετάχτηκε σε κάποια δουλειά. «Γυρίζοντας, φέρε μου τσιγάρα αν μπορείς», παρακάλεσε ο Γιάννης.
Η σύζυγος επέστρεψε ξεκαρδισμένη. «Σταμάτησα σε ένα περίπτερο και ζήτησα ένα πακέτο Καρέλια Σπέσιαλ. Και ο περιπτεράς με ξεφώνισε. Κορίτσι μου, πώς το φουμάρεις αυτό το πράγμα; Μόνο εσύ και ο τρελός ο Ιωαννίδης τα καπνίζετε αυτά…».

Μαθήματα εθνικοφροσύνης

Πιο πριν, όταν πρωτομετακόμισε στο Λεκανοπέδιο για χατίρι του Ολυμπιακού, ο Ιωαννίδης έπιασε ένα διαμέρισμα στο Παλαιό Φάληρο. Στην οδό Άρεως! Με υποδέχθηκε κάποτε και εκεί, για μία συνέντευξη το καλοκαίρι του 1994, μετά το πρώτο πρωτάθλημα της δεύτερης καριέρας του. Άρη έλεγαν και τον σκύλο του, αγκαλιά με τον οποίο είχε ποζάρει στο εξώφυλλο του Τρίποντου. 


Το όνειρο του Ιωαννίδη ήταν, φυσικά, να κατακτήσει το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Στο πλαίσιο κάποιας άλλης συνέντευξης, για το ίδιο περιοδικό, λίγο πριν από το φάιναλ-φορ του 1998 στη Βαρκελώνη, τον πέτυχα σε στιγμή εξομολογητικής αδυναμίας και του έβγαλα την ατάκα που εγώ ονειρευόμουν: «Ναι, θα έδινα τα πάντα για να κερδίσω αυτό το τρόπαιο».


Δεν ήταν γραφτό να πιει από το νέκταρ της πηγής. Ο Γιάννης Ιωαννίδης έχασε τρεις ευρωπαϊκούς ημιτελικούς με τον Άρη (Γάνδη 1988, Μόναχο 1989, Σαραγόσα 1990), δύο τελικούς με τον Ολυμπιακό (Τελ Αβίβ 1994, Σαραγόσα 1995) και έναν τελικό με την ΑΕΚ (Βαρκελώνη 1998). Όταν έφυγε από τον Πειραιά, είδε τον Ίβκοβιτς να στέφεται πρωταθλητής με έναν Ολυμπιακό τον οποίο ο Ιωαννίδης θεωρούσε δικό του, προσωπικό δημιούργημα.


Ίσως να είχε δίκιο, ίσως και όχι. Ο ίδιος πίστευε ότι του έλειψε μόνο λίγη εύνοια από αυτήν που γευόταν κατ’ αποκλειστικότητα το «σέρβικο λόμπι» (δική του η έκφραση). Πολλοί παρατηρητές, όμως -ανάμεσά τους και ο υποφαινόμενος- έβλεπαν τις ομάδες του Ιωαννίδη να λυγίζουν την κρίσιμη ώρα, κάτω από το βάρος που ο ίδιος φόρτωνε στις πλάτες των παικτών του.


Ειδικά ο Ολυμπιακός του 1994 φαινόταν έτη φωτός ανώτερος από την άχρωμη και άοσμη Μπανταλόνα του Ζέλικο Ομπράντοβιτς στο Γιαντ Ελιάου. Φύγαμε από το Τελ Αβίβ πεπεισμένη ότι κάποια κατάρα κατέτρεχε τις ελληνικές ομάδες, μέχρι που προσγειωθήκαμε ομαλά το 1996. Και το 1997 και άλλους επτά Μάηδες, μετά από αυτό.


Τις μέρες του φάιναλ-φορ του 1996 εργαζόμουν στο κόκκινης απόχρωσης Φως Των Σπορ, ως σχολιογράφος στις σελίδες του μπάσκετ. Ο Ιωαννίδης έβλεπε τον Παναθηναϊκό του Μάλκοβιτς να κατακτά την Ευρώπη και σκύλιαζε, πίσω στον Πειραιά. Την ώρα του ημιτελικού, αλλά και του τελικού (Μεγάλη Τρίτη και Μεγάλη Πέμπτη σημειωτέον), ο Ολυμπιακός όρισε προπόνηση, ώστε να μη δει κανένας από τους «ερυθρόλευκους» τον αγώνα από την τηλεόραση.


Ωστόσο, ο Ιωαννίδης είχε από χρόνια λανσάρει ένα προφίλ μπασκετάρχη, το οποίο δεν συμβάδιζε με αυτή τη στάση. «Υποθέτω ότι ως περήφανος Έλληνας και ως αυτόκλητος εξέχων πρεσβευτής του ελληνικού μπάσκετ, ο Ιωαννίδης πανηγύριζε μέσα του τη νίκη του Παναθηναϊκού επί της Μπαρτσελόνα», έγραψα προβοκατόρικα την επόμενη μέρα του τελικού.


Στο επόμενο ματς του Ολυμπιακού, για το ελληνικό πρωτάθλημα πλέον, ο Ιωαννίδης έπιασε θέση φουρκισμένος μπροστά στα μικρόφωνα για να επιτεθεί στους …θρασύτατους δημοσιογράφους που του ζητούσαν να χαρεί για λογαριασμό του ορκισμένου εχθρού: «Εγώ μαθήματα πατριδογνωσίας και εθνικοφροσύνης δεν δέχομαι από κανέναν», ξεσπάθωσε. Αν είναι να μοιραστεί εθνικοφροσύνη, τότε να μου λείπει και εμένα το βύσσινο.

Ένας Στερν αλα-ελληνικά

Με καταγωγή από τη Γευγελή της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας, ο Ιωαννίδης ήταν ανέκαθεν παλαιοδεξιός, από εκείνους που ομνύουν στην πατρίδα και στο έθνος, χωρίς ωστόσο εξαλλοσύνες. «Αληθινός Μακεδών, με παππού μακεδονομάχο», δήλωνε. Τον πατέρα του τον έχασε όταν ήταν 11 ετών. Στη θρησκεία, πίστευε πολύ λιγότερο. Στην οικογένεια, ασφαλώς ναι: όταν το 2002 γεννήθηκε η θυγατέρα του, Ελένη-Θεοδώρα («δώρο Θεού»), ο Γιάννης, που τότε ήταν ήδη 57 ετών, έζησε την ωραιότερη μέρα της ζωής του.

Το ιερό τοτέμ Ιωαννίδης συμπλήρωνε τότε δύο χρόνια μακριά από τις επάλξεις του συλλογικού μπάσκετ. Νωρίτερα είχε πει κάμποσα «όχι» στις σειρήνες της πολιτικής, καθώς και των μπασκετικών αρχών. Όμως, οι άνθρωποι της Νέας Δημοκρατίας που τον πλησίασαν το 2004, δηλαδή ο ίδιος ο αρχηγός Κώστας Καραμανλής, του πρόσφεραν ακριβώς το πόστο που ο Ιωαννίδης οραματιζόταν: υφυπουργός Αθλητισμού.

Ο Ιωαννίδης έβλεπε τον εαυτό του σε έναν ρόλο παντοδύναμου υπερκομισάριου, τύπου Στερν, κυρίως για το μπάσκετ βεβαίως, αλλά και συνολικά για την αθλητική κοινωνία. Το είχε εξομολογηθεί σε εκείνο το πολυσέλιδο δημοσίευμα του Active και το διέδιδε σε κάθε ευκαιρία.

Ωστόσο, η πρόταση για κάθοδο στην πολιτική τον βρήκε αγκαζέ με ένα άλλο υπερκομματικό χαρτοφυλάκιο: αυτό του προπονητή της Εθνικής Ελλάδας. Ο Ιωαννίδης θήτευσε ως τεχνικός σύμβουλος του Κώστα Πετρόπουλου στο Ευρωμπάσκετ του 2001 στην Αττάλεια και διαδέχθηκε τον «Νουρέγιεφ» αμέσως μετά, με αποστολή να δρομολογήσει την αναγέννηση της «επίσημης αγαπημένης» εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Υπήρξε Ομοσπονδιακός προπονητής και στα νιάτα του (1980-81), όπου έβγαλε όνομα …Τουρκοφάγου ένεκα ενός θριαμβευτικού τσάλεντζ-ράουντ στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ο Ιωαννίδης του 2002 δεν ήταν πλέον 35 ετών. Καλά καλά, ούτε ξανθός.

Το Ευρωμπάσκετ του 2003 στη Σουηδία ξεκίνησε με όνειρα και με ολίγη τουρκοφαγία νέας εποχής, αλλά ολοκληρώθηκε άδοξα, με ήττα από τη μέτρια Ιταλία στον προημιτελικό και με πικρά μισόλογα στα αποδυτήρια.  Μερικές εβδομάδες αργότερα, έπεσε στο τραπέζι η πρόταση του Καραμανλή, που έμελλε να εκλεγεί αυτοδύναμος πρωθυπουργός με ποσοστό 45,36%.

Ο Ιωαννίδης εγκατέλειψε το εγχείρημα «Αθήνα 2004» μόλις έξι μήνες πριν ανάψει η Φλόγα, προκειμένου να γίνει βουλευτής. Στα ενδότερα της Ομοσπονδίας, η στάση του κρίθηκε ασυγχώρητη, όχι τόσο για λόγους κομματικής τοποθέτησης (θυμίζω ότι ο Γιώργος Βασιλακόπουλος προερχόταν από τα σπλάχνα του ΠΑΣΟΚ) όσο για την «προδοσία» έναντι της Εθνικής ομάδας, την οποία κληρονόμησε εκών άκων ο Παναγιώτης Γιαννάκης.

Μολονότι μόνιμος κάτοικος Αθηνών από το 1992, ο Ιωαννίδης κέρδισε με ευκολία μία έδρα στην Α’ Θεσσαλονίκης, την οποία κράτησε μέχρι το 2015. Το πόστο του «κομισάριου» του Αθλητισμού, πάντως, δεν το παρέλαβε εξαρχής, αφού προείχε να ικανοποιηθούν ενδοκομματικές υποσχέσεις και υποχρεώσεις.

Στα πρώτα χρόνια της κυβέρνησης Καραμανλή, υφυπουργός Αθλητισμού ήταν ο έτερος …Θεσσαλονικάρχης Γιώργος Ορφανός, που το 2009 δεν εξελέγη καν βουλευτής. Αντίθετα, ο Ιωαννίδης έμεινε στην ηλεκτρική καρέκλα ακόμα και όταν προέκυψαν κυβερνήσεις συνεργασίας, με πιο αριστερό προσανατολισμό (π.χ. 2012-13).

Τον Ιωαννίδη τον συνάντησα τυχαία στο αεροδρόμιο της Αθήνας το καλοκαίρι του 2013, αμέσως μετά το φινάλε της πολιτικής σταδιοδρομίας. «Τώρα νιώθω καλύτερα, πολύ καλύτερα», μου είπε. Και πράγματι, έμοιαζε δέκα χρόνια μικρότερος, απαλλαγμένος αίφνης από την ευθύνη.


«Το γούρι μου είναι αυτός»

Για ένα διάστημα, στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, ο Ιωαννίδης θεωρούσε βιώσιμο σενάριο την επιστροφή του στην προπονητική, ίσως επειδή έβλεπε τον παλαιό του συνοδοιπόρο, άσπονδο αντίπαλο στα χρόνια του Άρη, Αΐτο Ρενέσες, να κοουτσάρει στην Euroleague μέχρι τα εβδομηντα-φεύγα του. O Kαταλανός είναι 22 μήνες νεότερος από τον Ιωαννίδη και έμεινε στις επάλξεις, στο τιμόνι της Άλμπα, μέχρι τα 74 του.

Παρεμπιπτόντως, ένας αγώνας της ΑΕΚ με την Άλμπα στη «Μαξ Σμέλινγκ Χάλε» του Βερολίνου (το βράδυ της πρόκρισης στο φάιναλ-φορ του 1998) ήταν ο μοναδικός στον οποίο ο Ιωαννίδης μίλησε αγγλικά στη συνέντευξη Τύπου! Μέχρι τότε, δεν εμπιστευόταν καθόλου την όποια γλωσσομάθειά του.

Αυτή τον έριχνε σε κακοτοπιές, ιδίως όταν απομακρυνόταν από το τραπέζι της γραμματείας. Αρκετά χρόνια νωρίτερα, ο Ιωαννίδης συνάντησε στους διαδρόμους του «Μπομπλάν» τον Σάσα Ομπράντοβιτς, ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα με τα δόντια του και είχε υποβληθεί σε πέντε χειρουργεία:

-Hi, hello, how are you?

-Not so well, coach. I had five operations on my teeth.

-Aαα, μπράβο, μπράβο, good, good!

Πριν τα σπάσουμε μεταξύ μας με αφορμή το Παρίσι και τον Παναθηναϊκό, ο Ιωαννίδης με είχε για επίσημο γούρι του. Το είχε δηλώσει μάλιστα και μπροστά στις κάμερες, με ονόματα και διευθύνσεις που λέει ο λόγος, μετά από έναν αγώνα με την Ορτέζ στη Γαλλία, όπου ο Ολυμπιακός κέρδισε με καλάθι του Ουόλτερ Μπέρι στην εκπνοή.

«Το μυστικό ήταν ο σπίκερ που έκανε τη μετάδοση, ο Παπαδογιάννης», είπε στις κάμερες. Επειδή ο Ιωαννίδης δεν άφηνε καμία από τις προλήψεις του έρμαιο τρίτων, ο Ολυμπιακός κατέθεσε (αν)επίσημο αίτημα στο Μέγκα, να περιγράφω εγώ τους ευρωπαϊκούς αγώνες του.

Βεβαίως, το κανάλι δεν είχε σκοπό να παίξει το παιχνιδάκι κανενός. Όταν λοιπόν ο Ιωαννίδης είδε τον συγχωρεμένο Κώστα Μπατή να εμφανίζεται ευθυτενής στο αεροδρόμιο πριν από έναν αγώνα με τη Μάες Πιλς, κίνησε γη και ουρανό για να προσκαλέσει ο Ολυμπιακός και εμένα στην Αμβέρσα, έστω με ταξίδι αυθημερόν, αφού την προηγούμενη μέρα μετέδιδα αγώνα του ΠΑΟΚ στη Θεσσαλονίκη. Μόνο και μόνο για να μη χαλάσει το γούρι!

Είχα βρει κακό μπελά εκείνη τη χρονιά, όχι τόσο επειδή ταξίδευα ασταμάτητα (που άλλωστε ήταν το καλύτερό μου), όσο επειδή στοχοποιήθηκα από τους οπαδούς των άλλων ομάδων και έτρεμε η ψυχή μου, μου σε όλα ανεξαιρέτως τα γήπεδα. Ναι, ακόμα και στο ΣΕΦ: «Τι είναι αυτά που λες στην τηλεόραση, πουστράκι; Αφού ο Γιάνναρος λέει ότι είσαι δικός μας!»

O Iωαννίδης είναι ένας σκληρός άνθρωπος με καρδιά μαρούλι. Τον θυμάμαι κάποια φορά να αστράφτει και να βροντάει στο λόμπι αθηναϊκού ξενοδοχείου, παραμονές ενός ντέρμπι τίτλου. Τα μάτια που έβγαζαν φωτιές, ενάντια σε δικαίους και κυρίως αδίκους, ξαφνικά μαλάκωσαν. Ο «ξανθός» παράτησε το πηγαδάκι και έτρεξε στο σαλόνι, όπου φτερούγιζε σαστισμένο ένα σπουργιτάκι, με έντρομο βλέμμα. «Αφήστε το, μη το πειράζετε».

Ο σκληροτράχηλος προπονητής έπιασε το πουλάκι στη χούφτα του, το χάιδεψε στοργικά, ξεφούρνισε κάποια θεωρία από αυτές που είχε πάντοτε πρόχειρες (η αγαπημένη μου: «ο άνθρωπος κατάγεται από τον Σείριο»), ζήτησε από το προσωπικό να φέρουν λίγο νερό για το ζαλισμένο πτηνό και ρώτησε αν υπάρχει εσωτερική αυλή για να το απελευθερώσει εκεί.

«Αν το αφήσουμε στη Συγγρού, θα το φάνε οι γάτες», είπε στον ατυχή που επισήμανε ότι η κεντρική πόρτα βρισκόταν πέντε μέτρα παραδίπλα. Νομίζω μάλιστα ότι το περιστατικό συνέβη τη μέρα του μεγάλου σεισμού του 1999. 

Εκείνη τη μαρτυρική μέρα, ο Ολυμπιακός παρουσίαζε ένα κουαρτέτο νεοφερμένων Αμερικανών: «Χόλιγουντ» Ρόμπινσον, Κρις Μόρις, Σον Ρέσπερτ, Τζος Γκραντ. Δίπλα στα τέσσερα Αμερικανάκια, ο Ιωαννίδης έμοιαζε σαν μύγα μέσα στο γάλα. «Δεν θα έχει καλό τέλος αυτή η συνύπαρξη», θυμάμαι να λέμε στα ορεινά της αίθουσας.

Και πράγματι, η ταραχώδης ελληνική καριέρα του Μόρις ολοκληρώθηκε μετά από ένα δίμηνο, όταν ο έμπειρος Αμερικανός αρνήθηκε να παίξει σε έναν αγώνα με τη Βιλερμπάν στη Γαλλία: «Το παρκέ είναι υπερβολικά σκληρό και φοβάμαι για τα γόνατά μου», δικαιολογήθηκε.

Item 1 of 3

Η δεύτερη θητεία του Ιωαννίδη στον αίφνης αφελληνισμένο Ολυμπιακό, το 1999 αντί του Ίβκοβιτς τον οποίο δεν άντεχε ούτε να μυρίζει, ξεκίνησε με πομπώδεις τίτλους («η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται»), κράτησε μόλις μία σεζόν και ολοκληρώθηκε με άλλη μία εκδρομή στο ταμείο ανεργίας.

Σε κάποιο ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό του Ομπράντοβιτς στο ΟΑΚΑ, το μοναδικό εκείνης της χρονιάς, ο παροιμιωδώς δογματικός Ιωαννίδης άφησε κατά μέρος τους όρκους του και λανσάρισε στα ξεκούδουνα άμυνα ζώνης. Η αναμέτρηση ολοκληρώθηκε με «διπλό» και με τον Ιωαννίδη να χαιρετάει επιδεικτικά το φλογισμένο κοινό, μέσα σε ορυμαγδό από ύβρεις και πτερόεντα αντικείμενα.

Μολαταύτα, το φινάλε της περιόδου ήταν άδοξο: αποκλεισμός από τον ΠΑΟΚ στα ημιτελικά με 0-2, μετριότητα και στην Ευρώπη. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Ιωαννίδης απομακρύνθηκε από τον «ερυθρόλευκο» πάγκο και ο Σωκράτης Κόκκαλης έδωσε το χρίσμα στον βοηθό του «ξανθού», Ηλία Ζούρο (τον οποίο ο Ιωαννίδης δεν συγχώρησε ποτέ).

Εκ των υστέρων, ο Ιωαννίδης θεωρεί ότι η επιστροφή του στον Ολυμπιακό, από τον οποίο είχε εκπαραθυρωθεί το 1996 κόντρα στο λαϊκό αίσθημα, υπήρξε ιστορικό σφάλμα και μουντζούρα στην καριέρα του. Κατά μία ερμηνεία, ήταν, όχι τόσο ένα «ναι» στον Ολυμπιακό, όσο ένα «όχι» στον Παναθηναϊκό. Με πολλούς, πάμπολλους αστερίσκους.


Ο Ιωαννίδης στα πράσινα

Στους τελευταίους μήνες της -ας πούμε- απουσίας από τα γήπεδα, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1999, ο Ιωαννίδης πολιορκήθηκε αγρίως από τον Παναθηναϊκό, ο οποίος ετοιμαζόταν να αποχαιρετήσει τον Λευτέρη Σούμποτιτς. Το κοινό στο ΟΑΚΑ δεν ήθελε να βλέπει τον Ιωαννίδη ούτε ζωγραφιστό, αφού τον θεωρούσε άρρηκτα συνδεδεμένο με τον προαιώνιο αντίπαλο και συνεπώς θανάσιμο εχθρό.

Αλλά ο Παύλος Γιαννακόπουλος ήταν πεπεισμένος ότι μόνο με τον Ιωαννίδη μπορούσε να το «τριφύλλι» να εξελιχθεί σε αυτοκρατορία. Ακόμα και ο πολύς Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς, των ήδη τριών Κυπέλλων Πρωταθλητριών, δεν ήταν παρά εναλλακτική λύση, τρίτη επιλογή στην καλύτερη περίπτωση (αφού υπήρχε στο προσκήνιο το όνομα του Πέσιτς). Ο Τάκης Μπαλτάκος ανέλαβε να γεφυρώσει το χάσμα, ενώ στις αντιρρήσεις του Θανάση Γιαννακόπουλου δεν έδινε σημασία κανείς.

Η πρώτη επικεφαλίδα-βόμβα, «ο Ιωαννίδης στον Παναθηναϊκό» εμφανίστηκε ενώ η σεζόν βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη, Γενάρη μήνα. Ο δεύτερος σερί τίτλος δεν ματαίωσε το εγχείρημα και ο επιτυχημένος Σούμποτιτς εκπαραθυρώθηκε μετά πολλών επαίνων. Τα ηχηρά πρωτοσέλιδα έγιναν δύο, τρία, τέσσερα: «Στα πράσινα ο Ιωαννίδης».

Εγώ πάλι δυσκολευόμουν να το πιστέψω και άκουγα διαφορετικού τύπου θορύβους από την αυλή του περιζήτητου νυμφίου. «Ο Γιάννης δεν πρόκειται να πάει σε ομάδα όπου δεν τον θέλουν», έλεγαν άνθρωποι που τον γνώριζαν καλύτερα από εμένα. «Ξέχασέ το, ο Ιωαννίδης δεν θα υπογράψει ποτέ στον Παναθηναϊκό ούτε στον ΠΑΟΚ», μου είπε μια μέρα ο Μπαλτάκος.

Τις γέφυρες της επιστροφής προς το λιμάνι τις έριξε ο ίδιος ο Ιωαννίδης, αφού πρώτα ανίχνευσε τις προθέσεις του Γιάννη Φιλίππου της ΑΕΚ. Αυτό που αναζητούσε στη συγκεκριμένη φάση της καριέρας του ήταν ένα όχημα αρκετά γερό και γρήγορο ώστε να κατακτήσει το ευρωπαϊκό τρόπαιο που τόσο του έλειπε.

Η ΑΕΚ ήταν φιναλίστ του τότε Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1998 (με προπονητή τον ίδιο τον «ξανθό», απέναντι στην Κίντερ του Μεσίνα), ο Ολυμπιακός είχε φτάσει στο φάιναλ-φορ του 1999 όπου έχασε από τη Ζαλγκίρις στον ημιτελικό, ο Παναθηναϊκός ήταν ο θριαμβευτής του 1996, όλοι τους κοίταζαν πολύ ψηλά.

Ο Ιωαννίδης είπε «όχι» στον Παύλο Γιαννακόπουλο μόλις αντίκρυσε την πόρτα του Κόκκαλη μισάνοιχτη. Ο περιβόητος διαταραγμένος ψυχισμός του πολυνίκη προπονητή επιδιορθώθηκε κακήν κακώς, με πρόχειρα υλικά. Το γυαλί είχε ραγίσει προ καιρού.

Ο κόκκινος και σεισμόπληκτος γάμος του 1999 αποδείχθηκε θνησιγενής, ωστόσο είναι όμως εκτός πραγματικότητας και ανιστόρητο το λαϊκής κατανάλωσης αφήγημα που θέλει τον επίσημο Παναθηναϊκό να λέει «όχι» στον Ιωαννίδη εκείνο το καλοκαίρι. Ο ίδιος ο Ιωαννίδης ήταν που αρνήθηκε. Το συζήτησε, το σκέφτηκε, το ζύγισε, θυμήθηκε τα άθλια συνθήματα της πράσινης κερκίδας ενάντια στη σύζυγό του, ώσπου το ματαίωσε οριστικά και αμετάκλητα.

Η αίσθηση που δημιουργήθηκε, αυτό έγραφα και τότε στη στήλη μου στο Τρίποντο, ήταν ότι ο Ιωαννίδης χρησιμοποίησε το φλερτ του Παναθηναϊκού για να επιστρέψει στον Ολυμπιακό και να εκδικηθεί όχι τους Γιαννακόπουλους, με τους οποίους άλλωστε είχε πάντοτε κάλλιστες σχέσεις, αλλά τον Κόκκαλη.

Ο πανίσχυρος, τότε, πρόεδρος της ΚΑΕ (και της ΠΑΕ) χρέωνε στον Ιωαννίδη ένα δημοσίευμα το οποίο προοιωνιζόταν εξαγορά της εταιρίας «από σχήμα εφοπλιστών». Ο προπονητής αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη, αλλά ο οργισμένος Κόκκαλης καρατόμησε τόσο τον ίδιο (από τον Ολυμπιακό), όσο και τον δημοσιογράφο που υπέγραφε στη Sportime το ρεπορτάζ (από τον «κοκκαλικό» ραδιοσταθμό Φλας).

Ο Ιωαννίδης είχε απολυθεί στεγνά από τον Ολυμπιακό το καλοκαίρι του 1996, αν και φαινομενικά πανίσχυρος, αμέσως μετά τον τέταρτο συνεχόμενο τίτλο και το εκκωφαντικό 73-38 επί του Παναθηναϊκού. Οι «πράσινοι» φορούσαν το στέμμα του πρωταθλητή Ευρώπης, αλλά ο Ιωαννίδης τους νίκησε όσες φορές τους βρήκε στον δρόμο του.

Οι ασυνήθιστα έντονοι πανηγυρισμοί του στο φινάλε του ημιτελικού του Τελ Αβίβ υπενθύμισαν σε φίλους και εχθρούς ποιες ήταν οι προτεραιότητες της εποχής. Δύο βράδια αργότερα, ο Ολυμπιακός εμφανίστηκε πνευματικά ανέτοιμος απέναντι στη Μπανταλόνα και έχασε την ευκαιρία να αλώσει την αίθουσα του θρόνου.

Αλλά οι οπαδοί του έφυγαν από το Ισραήλ πανηγυρίζοντας και δοξολογώντας τον Ιωαννίδη για τον θρίαμβο επί του Παναθηναϊκού. Ποιο τρόπαιο, καημένε, και ποιος τελικός; Το ίδιο συνέβη και την επόμενη χρονιά στη Σαραγόσα, μόνο που τότε το τελευταίο εμπόδιο (η Ρεάλ του Σαμπόνις, επί ισπανικού εδάφους) ήταν πολύ υψηλότερο από το αντίστοιχο του 1994.

Το καλοκαίρι του 1999 ανέδειξε εν τέλει νικητή τον …ηττημένο του διπλωματικού πεδίου. Ο Παναθηναϊκός έχασε τον Ιωαννίδη, αλλά έντυσε στα χρώματά του τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς, τον οποίο οι εδώ ειδήμονες θεωρούσαν ακόμη τυχεράκια και …Γκαστόνε. Ουδείς μπορεί να εικάσει πώς θα είχε γραφτεί η ιστορία του ελληνικού και του ευρωπαϊκού μπάσκετ, εάν ο Ιωαννίδης αποφάσιζε να διαβεί τον πράσινο Ρουβίκωνα.

Στις αρχές της ίδιας δεκαετίας ο Παναθηναϊκός ταλαιπωρήθηκε πολύ στα χέρια του «ξανθού», μολονότι προσέλαβε δύο ξένους προπονητές με ευρωπαϊκούς τίτλους (Παβλίτσεβιτς, Μάλκοβιτς) και δύο Έλληνες με ευρωπαϊκά μετάλλια (Πολίτη, Κιουμουρτζόγλου). Τις μεταγραφές, βέβαια, τις έκανε ο Παύλος, χωρίς να πολυρωτάει.

Ματ σε 36 κινήσεις

Τον Γιάννη Ιωαννίδη τον πρωτοείδα από κοντά τη νύχτα της Πέμπτης 7 Απριλίου 1988, στο περίφημο «Σπίτι του Ψαρά», στα περίχωρα της Γάνδης. Τότε που –παραζαλισμένο μειράκιο 21 ετών εγώ- τρύπωσα στο πίσω κάθισμα ενός νοικιάρικου αυτοκίνητου με τον Τάκη Ευσταθίου και τον συγχωρεμένο Χρήστο Μότσια και ξαμολυθήκαμε στα σκοτεινά δάση της Φλάνδρας, αναζητώντας το βλοσυρό ησυχαστήριο όπου είχε καταλύσει ο Άρης. Ναι, αυτό που είχε στο οικόσημό του μία μαύρη γάτα.

Παρεμπιπτόντως, ο Ιωαννίδης αρνιόταν πάντοτε την ετικέτα του προληπτικού, αν και όλοι είχαν ακουστά για τις «400 συνταγές» που τηρούσε ευλαβικά. «Φοράω πάντοτε το ίδιο σακάκι, όπως η υπόλοιπη ομάδα φοράει τη στολή της», έλεγε σε όποιον τολμούσε να του ανοίξει σχετική συζήτηση. «Εντάξει, αποφεύγω τις μαύρες γάτες, όπως όλος ο κόσμος. Αλλά και ποιος δεν το κάνει;»

Σύμφωνοι, αλλά δεν είναι δα συνηθισμένο χούι να τρακάρεις το πούλμαν της ομάδας πριν από κάθε ντέρμπι. Ούτε να ανάβεις ένα τσιγάρο με το τζάμπολ και να το σβήνεις στο επόμενο δευτερόλεπτο εκτοξεύοντάς το πίσω από τον πάγκο.

«Δεν έχω βρίσει ποτέ διαιτητή μέσα στο γήπεδο», ισχυριζόταν πότε πότε. «Ρε παιδιά, είναι άδικο να βρίσκεται τόσος κόσμος μέσα και να κυκλοφορεί ο Ιωαννίδης ελεύθερος», έλεγε γελώντας ο Γιάννης Γιαννάκης, που είχε δει τα πάντα, τόσα χρόνια δίπλα του. Μέσα στα φρενοκομεία, εννοούσε. Τον καημένο τον Βασίλη Λυπηρίδη, ο Ιωαννίδης τον έβαλε να μάθει όλες τις προηγούμενες ζωές του με τη μέθοδο του υπνωτισμού.

Στη ρουλέτα, ο παθιασμένος με τον τζόγο «ξανθός» πόνταρε πάντοτε στο «23» του Τζόρνταν, στο «32» του Μάτζικ και στο «5» του …Ιωαννίδη. Κάποτε ο Γιαννάκης χάρισε στον Ιωαννίδη ένα σετ ηλεκτρονικού σκακιού, το περίφημο «Κασπάροφ», για να περνάνε οι ώρες στο ερημικό ορμητήριο της Σπορτίλια. «Ο ηλεκτρονικός εγκέφαλος είναι ανίκητος», τον διαβεβαίωσε. Ο Ιωαννίδης κέρδισε με ματ σε 36 κινήσεις και παράτησε το νικημένο μηχάνημα στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου στην Ιταλία.

Στη Γάνδη, λίγες ώρες μετά τον τελικό, ο Ιωαννίδης καθόταν στην κεφαλή ενός μεγάλου τραπεζιού και περίμενε να μαζευτεί το πηγαδάκι για την ολονύχτια διάλεξη. Δεν φαινόταν απογοητευμένος από την εξέλιξη του φάιναλ-φορ, ίσως επειδή είχαν μεσολαβήσει δύο ολόκληρες μέρες από την ήττα στον ημιτελικό (από την Τρέισερ). Ήξερε ότι αυτή η παρουσία ήταν μόνο η αρχή.

Το ιστορικό λάθος της πρώτης φοράς του πρωτάρη Άρη ήταν η απόφαση για απομόνωση της αποστολής σε απόμερη και υπερβολικά σιωπηρή τοποθεσία, μακριά από τους 4.000 Έλληνες εκδρομείς. Τον επόμενο χρόνο, στο Μόναχο, η ομάδα κατέλυσε στο κέντρο της πόλης και το ξενοδοχείο ήταν κέντρο διερχομένων. Η χρυσή τομή δεν βρέθηκε ποτέ. Όταν ο «αυτοκράτορας» ταξίδεψε στη Σαραγόσα για το τρίτο σερί φάιναλ-φορ (1990), το τρένο είχε ήδη αναχωρήσει από τον σταθμό.

Με την επιστροφή του Άρη στη Θεσσαλονίκη, ο ισχυρός άνδρας Χρήστος Μιχαηλίδης επιχείρησε να καταστρώσει ένα νέο σχέδιο, με ρηξικέλευθες ιδέες που περιλάμβανε μείωση του προϋπολογισμού. «Κύριε πρόεδρε, είστε μαλάκας», τον στόλισε ο Ιωαννίδης μπροστά σε όλο το συμβούλιο. Κάποιοι αυτόπτες μάρτυρες το θυμούνται και χαχανίζουν μέχρι σήμερα.

Υπέρβαρος και slow motion

Σύμφωνα με το προπονητικό δόγμα του Ιωαννίδη, το μπάσκετ είναι άθλημα των ψηλών, με απόλυτο σημείο αναφοράς τον Χακίμ Ολάζουον. Από τη δεκαετία του ’80 κιόλας, όταν βαφτίστηκε προπονητής εν μία νυκτί (σαν τον άσπονδο φίλο του τον «Ζοτς»), ονειρευόταν σχήματα με πέντε δίμετρους. Τη γραμμή του τριπόντου την ήθελε στα 7,25 μέτρα, τη διάρκεια των αγώνων στα 48 λεπτά και το χρονόμετρο της επίθεσης στα 24 δευτερόλεπτα. Και το μαν-του-μαν υποχρεωτικό. Προτιμούσε, πάντως, το NCAA από το ΝΒΑ. «Αυτό που είχαμε χτίσει στον Άρη θύμιζε κολέγιο», καυχιόταν.

«Οι σημερινοί κανονισμοί σκοτώνουν το ταλέντο», έλεγε το 1997, απαντώντας έμμεσα σε όσους τον θεωρούσαν προπονητή του κατενάτσιο: «Πρέπει να δοθεί έμφαση στην ταχυδύναμη». Ο Άρης του Ιωαννίδη κέρδιζε όχι με την άμυνα (όπως λέει ο μύθος), αλλά με την υπερηχητική επίθεση. Στον Ολυμπιακό, η συνταγή άλλαξε, επειδή τα υλικά ήταν διαφορετικά και η δεξαμενή του ταλέντου περιορισμένη.

Εξυπακούεται, ότι ο Ιωαννίδης ήθελε πάντοτε να ελέγχει και όσα γίνονταν στο παρασκήνιο. Φώναζε ακόμη και όταν γνώριζε ότι είχε ευνοηθεί. «Ο γάτος σκούζει όταν βρίσκεται από πάνω», αστειευόταν συχνά, με σόκιν ορολογία βγαλμένη από το ζωικό βασίλειο. Βασιλιά των σπορ θεωρεί το ποδόσφαιρο και ίνδαλμα τον Μπόμπι Μουρ. Και τον Ντέμη Νικολαΐδη, από τους Έλληνες.

Στα χρόνια της προπονητικής, ο Ιωαννίδης λάτρευε ανέκαθεν τους παίκτες του και θα έπεφτε στη φωτιά για να τους υπερασπιστεί. Ακόμα και τα θύματα των επιθέσεών του, όπως ο Σιγάλας, ο Λυπηρίδης και ο Λημνιάτης. Ή ίσως κυρίως αυτά! Πρότυπα επαγγελματία, από τους ξένους που πέρασαν από τα χέρια του, θεωρούσε τον Έντι Τζόνσον, τον Βίκτορ Αλεξάντερ, τον Ντέιβιντ Ρίβερς.

Από τους παίκτες του απαιτούσε επαγγελματική νοοτροπία, ακόμα και στα χρόνια του λανθάνοντος ερασιτεχνισμού. «Προτιμώ τον ατάλαντο που παθιάζεται, παρά τον προικισμένο που δεν δίνει δεκάρα», έλεγε. «Εσύ δεν θα παίξεις ποτέ μπάσκετ», ανακοίνωσε στον εμβρόντητο Λυπηρίδη, όταν είδε τα δάχτυλα των χεριών του νεαρού κίτρινα από τη νικοτίνη. «Ο μικρός είναι ψηλωμένος, υπέρβαρος και σλόου μόσιον», στόλισε δημόσια τον Δημήτρη Παπανικολάου, στην επίσημη παρουσίαση του νεαρού από τον Ολυμπιακό.

Πολύ αργότερα, το 2003 οι δυο τους συναντήθηκαν στην Εθνική ομάδα, όπου ο Ιωαννίδης είδε τον Παπανικολάου να μπουμπουνίζει σωρηδόν τρίποντα σε κάποια προπόνηση και φουρκίστηκε.

-Ποιος σου είπε εσένα να σουτάρεις τρίποντα;

-Μα, κόουτς, αφού τα βάζω!

-Και τι πάει να πει αυτό; Έχω στην ομάδα τα καθαρόαιμα και θα πάω στο Ευρωμπάσκετ με τα γαϊδούρια;

Τα συμβόλαια των παικτών του Ιωαννίδη απαγόρευαν αυστηρώς τις μοτοσυκλέτες, το σκι και οτιδήποτε άλλο φαινόταν επικίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα. Ο ίδιος, βέβαια, οδηγούσε σαν μανιακός, ιδίως στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, όπου είχε το ακαταδίωκτο. «Ποτέ ξανά», ορκίστηκα, μια φορά που έκανα το λάθος να μπω στο αυτοκίνητό του για ένα δεκάλεπτο («θα σας πάω εγώ στο αεροδρόμιο, μην ανησυχείτε»). Ο Καρύδας, που τον γνώριζε καλύτερα από μένα, προτίμησε να καλέσει ταξί.

Το ημίφως και το φως

«Έχω κάνει απίστευτες παλαβομάρες στη ζωή μου», έλεγε ο Γιάννης Ιωαννίδης, που στην πραγματικότητα γεννήθηκε Δημήτρης Δαΐτσης αλλά άλλαξε το επώνυμό του για να μη τον μπερδεύουν με κάποιον ενοχλητικό συμμαθητή στο σχολείο. «Όποιος δεν ήπιε, δεν ξενύχτησε και δεν έκανε τρέλες στα νιάτα του, το βρίσκει μπροστά του στα γεράματα, το στερητικό σύνδρομο». Με την ηρωική Γιούλα Γκιουζελοπούλου έμεινε αρραβωνιασμένος 12 χρόνια, πριν πάρει τη μεγάλη απόφαση το 1983.  


«Ο χειρότερος εαυτός είναι καλύτερος από την καλύτερη απομίμηση του καλύτερου εαυτού», μου είπε κάποτε ο Ιωαννίδης: «Δεν γίνεται να κοροϊδέψεις τον καθρέφτη σου, την ψυχή σου, τον χρόνο και τη γη». Αυτός ο εκπληκτικός αφορισμός θα μπορούσε να προλογίσει την πολύκροτη αυτοβιογραφία του, που είναι ήδη γραμμένη αλλά δεν ξέρω αν θα κυκλοφορήσει ποτέ.

Ο απόμαχος αλλά αιώνιος έφηβος Γιάννης Ιωαννίδης κλείνει σήμερα τα 77 χρόνια του. Αυτές τις μέρες, τις περνάει κοντά στην οικογένειά του, στο σπίτι με τους πίνακες στη Βούλα. Όπως μου είπε ένας κοινός φίλος από τα παλιά, «ο Γιάννης δεν έχει πια σκοτούρες».

Αν δεν μου ξέφυγε κάτι, η τελευταία δημόσια εμφάνισή του χρονολογείται από τη βραδιά τιμής στην ομάδα του Άρη του 1978-79, τον Νοέμβριο του 2019 στο Παλέ ντε Σπορ. Ελπίζω ότι θα τον ξαναδούμε σύντομα, σε κάποιο από τα γήπεδα που γεμίζουν τα κύτταρά του. Για άλλη μία εκτόξευση, από το ημίφως στο φως.

Art direction:
Χρήστος Ζωίδης