Παράσχος εμπιστευτικό, 51 χρόνια & 900 ματς σε μία συνέντευξη:

«Απορώ και 'γω με τον εαυτό μου πώς τα κατάφερα»

Συμπλήρωσε 51 χρόνια στα γήπεδα αλλά δεν το βάζει κάτω. «Έμαθα να ζω με το άγχος. Όταν περάσει το τρίμηνο ή το τετράμηνο και δεν δουλέψω, αρχίζει και μου λείπει. Απορώ με τον εαυτό μου και δεν ξέρω πώς θα το ξεπεράσω». Από τα τσικό του ΠΑΟΚ μέχρι την πρώτη ομάδα κι από εκεί στην Καστοριά. Την ομάδα και την πόλη που αγάπησε, κατακτώντας ως αρχηγός το Κύπελλο του 1980. Όταν είδε ότι 2-3 πιτσιρίκια, συμπαίκτες του στην Καστοριά, άρχισαν να τον ξεπερνούν στα τρεξίματα, αποφάσισε να σταματήσει από τη δράση. Από το 1985 μέχρι σήμερα, τα τελευταία 37 χρόνια, δεν έχει υπάρξει χρονιά που να μη δούλεψε ως προπονητής.

Η βραδιά που δεν άντεξε το βάρος και έφυγε ξημερώματα για τη Θεσσαλονίκη για να βρεθεί δίπλα στη μητέρα του, μέχρι το εφετινό, τρίτο πέρασμα από τον Ατρόμητο. Η πίκρα της απόλυσης από τον ΠΑΟΚ του Ζαγοράκη τον οποίο «δεν θέλω να ξαναδώ στα μάτια μου», όπως μας είπε κι η καριέρα του που θεωρεί πως πήγε πίσω λόγω εκείνης της απομάκρυνσής του. Η στιγμή που είδε γιο του να κλαίει και τον οδήγησε στην απόφαση να φύγει από τον Άρη, ο Ηρακλής από τον οποίο έφυγε γιατί είπαν ότι «χάσαμε επίτηδες», το «Οτσαλάν» που δεν τον ενόχλησε ποτέ, το επεισόδιο με τον Τζιμπούρ και η σύζυγός του Αναστασία η οποία εξαιτίας του άλλαξε 24 σπίτια. «Τί να πεις γι' αυτή τη γυναίκα; Κι όμως υπήρχαν στιγμές που τη στεναχωρούσα».

Το Gazzetta ταξίδεψε στην Καστοριά και συνάντησε τον Γιώργο Παράσχο στη μαγευτική λίμνη της πόλης. Έναν κύριο των ελληνικών γηπέδων, ο οποίος σε μια κατάθεση ψυχής θυμήθηκε την πλούσια διαδρομή του, η οποία αριθμεί περισσότερους από 900 αγώνες ως ποδοσφαιριστής και ως προπονητής. «Καμιά φορά αναρωτιέμαι πώς κατάφερα και επιβίωσα. Ήμουν και τυχερός μπορώ να πω...» μας είπε με περισυλλογή.

Ύστερα από τόσα χρόνια καριέρας στο χώρο ως παίκτης και προπονητής, ποια είναι γνώμη σας για το ελληνικό ποδόσφαιρο και τους παράγοντες του;

«Η άποψή μου για τους παράγοντες, αν ξεκινήσουμε απ' αυτούς, δεν είναι κι η καλύτερη δυνατή. Όταν έφταναν στο σημείο να κινδυνεύουν οι ομάδες τους, πάντα με αναζητούσαν - αν και με τους περισσότερους δεν χώριζα καλά. Δεν έφευγα και με τον καλύτερο τρόπο από τις ομάδες τους. Είμαι πολλές δεκαετίες στο ποδόσφαιρο και κάθε δεκαετία παρουσίαζε κάτι το διαφορετικό. Στο φετινό πρωτάθλημα, για παράδειγμα, οι μεγάλες ομάδες έχουν μέτρια πορεία και πολύ κακή ομάδα οι πρώτες τέσσερις (οι τρεις των Αθηνών κι ο ΠΑΟΚ, ας βάλουμε και τον Άρη μέσα σ' αυτές). Το καλό ποδόσφαιρο και τα καλά ματς τα βλέπουμε από τις μικρομεσαίες ομάδες, τα καλύτερα παιχνίδια τα έχουν δώσει αυτές οι ομάδες. Δεν μπορώ να είμαι ικανοποιημένος από κάποια από τις "μεγάλες" ομάδες. Και γι' αυτό στην Ευρώπη βλέπετε ότι δεν έχουμε την απαραίτητη πορεία. Αμφέβαλα από την αρχή ότι θα μπορούσαν να προκριθούν κι οι δύο ελληνικές ομάδες».

Το ότι σας αναζητούσαν οι παράγοντες μόνο στα δύσκολα, είναι κι ένα παράπονό σας, ότι δηλαδή δεν σας έδιναν τον απαραίτητο χρόνο για να δουλέψετε με την ομάδα σας για καιρό;

«Εμένα η μεγάλη ευκαιρία μού παρουσιάστηκε όταν ανέλαβα τον ΠΑΟΚ. Οι συνθήκες που αντιμετώπισα εκεί ήταν πρωτόγνωρες. Ο ΠΑΟΚ ήταν σε πολύ κακή κατάσταση - ειδικότερα οικονομική. Ο Ζαγοράκης είχε αναλάβει την ομάδα ως πρόεδρος. Για μένα ήταν μια χρυσή ευκαιρία, αν έβρισκα τον ΠΑΟΚ σε μια καλύτερη κατάσταση θα έκανα μια καλύτερη πορεία. Από εκεί και πέρα θα μπορούσα να ξεχωρίσω και να διεκδικήσω κάτι (σ.σ. εννοεί θέση σε πάγκο) από τις ομάδες του ΠΟΚ.

Όταν ανέλαβε ο Ζαγοράκης δεν μου έδωσε την ευκαιρία. Ήταν το μοντέλο "Νικολαΐδη" αν θυμάστε καλά: Οι παλιοί παίκτες να παίρνουν τις ομάδες. Υπήρχε συμπαράσταση από τον κόσμο, θυμάμαι ότι είχαν πουληθεί 17.000 διαρκείας, ήταν το ρεκόρ του ΠΑΟΚ τότε... Πίστευα ότι με τις μεταγραφές που θα γίνονταν θα μπορούσαμε να κάνουμε καλή πορεία. Είχα ξεκινήσει από το τσικό του ΠΑΟΚ και έγινα επαγγελματίας, ήταν το όνειρό μου να μπορέσω να δουλέψω σ' αυτήν την ομάδα κι αν ήταν δυνατόν να σταματούσα σ' αυτήν κιόλας. Τόσο πολύ αγαπούσα την ομάδα κι ήταν το όνειρό μου να δουλέψω εκεί. Από παιδί μικρό ήμουν μέσα στην Τούμπα, από 13 ετών. Δεν μου έδωσε την ευκαιρία ο Ζαγοράκης κι αυτό με πείραξε πάρα πολύ, με έφερε πίσω. Είχα κάνει 15 χρόνια το "αγροτικό" μου, έφτασα σ' ένα σημείο να κάνω το μεγάλο άλμα κι αυτός ο άνθρωπος μού "έκοψε τα πόδια". Και δεν μου το είπε από την αρχή. Να μου πει: "Αγόρι μου αναλαμβάνω την ομάδα, το όνειρό μου είναι να φέρω τον Σάντος". Θα του έλεγα "σ' ευχαριστώ πολύ" και θα πήγαινα σε μια ομάδα... Ποιος άνθρωπος λογικός θα σε άφηνε να κάνεις 2,5 μήνες προετοιμασία, να ετοιμάσεις την ομάδα και στην 1η αγωνιστική να φύγεις. Να σου πει "έφερα τον Σάντος". Και να φύγεις. Ήταν απάνθρωπο και με πείραξε πάρα πολύ! Όλο αυτό με ξαναέφερε πίσω. 

Μετά πήγα στον ΟΦΗ, ξανά "αγροτικό". Πανιώνιο, Λεβαδειακό και δεν συμμαζεύεται... Δεν μου δόθηκε η δυνατότητα να δουλέψω σ' ένα μεγάλο σωματείο για να ανοίξει ο δρόμος και να κατηφορήσω προς την Αθήνα. Δεν νομίζω όμως ότι φταίει μόνο αυτό. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που πολύ δύσκολα έβγαινα στην τηλεόραση».

Δεν πηγαίνετε να μιλήσετε και μετά το τέλος του αγώνα.

«Παλιά πηγαίναμε στη Συνέντευξη Τύπου, αλλά τα τελευταία χρόνια ερχόντουσαν και σου έβαζαν το μικρόφωνο στο στόμα. Εκείνη την ώρα είτε ήταν νικηφόρο το αποτέλεσμα είτε έχανες, δεν ήσουν στην απαραίτητη φυσιολογική κατάσταση για να σκεφτείς ορισμένα πράγματα. Την Δευτέρα, για παράδειγμα, έβλεπα τον αγώνα από την αρχή. Κοιτούσα πού μπορούσα να βοηθήσω την ομάδα, κοιτούσα τα λάθη μας, για να δούμε τί δεν πήγε καλά με καθαρό μυαλό. Διαπίστωνα ότι πολλές φορές κάναμε λάθη. Όταν σου βάζουν ένα μικρόφωνο στο στόμα και μάλιστα όταν έχεις χάσει, δεν είσαι στη ψυχολογική κατάσταση και στην ηρεμία που πρέπει για να ανταποκριθείς και γι' αυτό πάντα το απέφευγα και την... πλήρωνε ο Γκουτσίδης, ο συνεργάτης μου.

Μου στοίχισε ότι έφυγα από τον ΠΑΟΚ, κάτω απ' αυτές τις συνθήκες αλλά και το ότι δεν ήμουν ένα πρόσωπο που έβγαινε στις τηλεοράσεις για να δώσει συνεντεύξεις. Πάντα μου έλειπε αυτή η προβολή. Ποτέ μου όμως δεν σήκωσα και το τηλέφωνο για να ζητήσω χάρη από κανέναν, να με πάρει σε μια ομάδα. Είμαι ένας τύπος ο οποίος αν κάποιος μου έκανε ένα καλό, θα προσπαθούσα πάντα να του κάνω δέκα. Αισθανόμουν μια τέτοια υποχρέωση για όλη μου τη ζωή. Δεν ήθελα να βγαίνω και να γίνομαι "μαϊντανός". Αν βγω κάπου, θα με ζητήσει και κάποιος άλλος. Θα μου έλεγαν "γιατί βγαίνεις σ' αυτούς κι όχι σ' εμάς;". Θα μπορούσα κι εγώ να ήμουν στη... γύρα, μέσα στις τηλεοράσεις και δικτυωμένος με δημοσιογράφους. Καταλαβαίνω ότι κι εσείς θέλετε να κάνετε τη δουλειά σας αλλά αυτό εμένα δεν μου πάει. Ετσι ήμουν κι ως παίκτης».

Πώς νιώσατε όταν μάθατε ότι σας θέλει ο ΠΑΟΚ για προπονητή; Και πώς νιώσατε όταν ενημερωθήκατε από τον Ζαγοράκη ότι πρέπει να φύγετε;

«Κατ' αρχήν όταν έφυγα από τον Ατρόμητο ήμουν εκεί 4,5 χρόνια. Αρχικά ήμουν στην ομάδα όταν ήταν ακόμη Χαλκηδόνα και μετά Ατρόμητος. Κάναμε πολύ καλές πορείες. Μέσα σε μια εβδομάδα με ζήτησε ο ΠΑΟΚ, τότε ήταν η διοίκηση του Βεζυρτζή. Τον υποχρέωσαν κι αυτόν να μπει πρόεδρος γιατί η οικονομική του κατάσταση δεν ήταν τόσο καλή - ήθελαν να περισώσουν το σύλλογο και πάνω απ' όλα να μην πέσει, να μην υποβιβαστεί. Με κάλεσε ο Αποστολίδης που ήταν στην ομάδα και τον είχα συμπαίκτη παλιά. Με κάλεσε και μου είπε να πάω να βοηθήσω. Δεν θα μπω στη διαδικασία να μιλήσω για το τί χρήματα μού πρόσφεραν... Είναι να κλαις! Ήταν ο ΠΑΟΚ αλλά κι η ευκαιρία που μου παρουσιάστηκε. Πήγα με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση. Δόξα τω Θεώ, η πορεία μας ήταν πολύ καλή την πρώτη μου χρονιά και για ένα ματς χάσαμε την Ευρώπη. Όταν έγινε πρόεδρος ο Ζαγοράκης, μου έκανε εντύπωση που με φώναξε την τελευταία εβδομάδα, περίμενε μέχρι την τελευταία στιγμή για να φύγει ο Σάντος από την Μπενφίκα. Αν δεν κάνω λάθος έφυγε μετά το τέλος των δύο πρώτων αγωνιστικών του πορτογαλικού πρωταθλήματος. 

Με φώναξε, λοιπόν, να μιλήσουμε για την προετοιμασία. Με τον Ζαγοράκη είχα πολύ καλή σχέση, τον είχα κι ως παίκτη. Και στην Καβάλα όταν ήμουν κι εκείνος ήταν στη Λέστερ, τις μέρες που είχε άδεια ερχόταν στην Καβάλα κι έκανε προπονήσεις. Γνωριζόμασταν από τότε... Μου ήρθε κεραυνός εν αιθρία. Δεν τολμούσε να μου το πει αυτός, να με δει πρόσωπο με πρόσωπο γιατί θα του έλεγα πολλά και διάφορα. Εστειλε κάποιους άλλους, κάποιους συμβούλους που είχε. Εχασα το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Το έμαθα μια μέρα πριν από το ματς με τη Ξάνθη ότι θα έπρεπε να λύσουμε τη συνεργασία μας. 

Το μήνυμα το οποίο στέλνεις, όταν κάποιον τον έχεις παίκτη και τώρα γίνεται πρόεδρος και σε απολύει κατά αυτόν τον τρόπο, είναι ότι έχει βγάλει τα συμπεράσματά του κι εσύ ως προπονητής είσαι μια μετριότητα. Αυτό το μήνυμα το περνάς κατευθείαν προς τα έξω. Σε αξιολογεί αυτός ο άνθρωπος ότι δεν κάνεις, ότι δεν μπορείς να ξεκινήσεις με τον ΠΑΟΚ στο πρωτάθλημα. Σε αφήνει με την ρετσινιά, αυτό είναι το άσχημο».

Μετά απ' αυτό τον είδατε ξανά; Είπατε κάτι;

«Όχι, ούτε να τον βλέπω δεν θέλω. Σ' ένα ματς όταν ήμουν στον Ηρακλή, το 2010 αν δεν κάνω λάθος, παίζαμε ένα ματς με τον ΠΑΟΚ που τελείωσε 0-0. Πηγαίναμε για τη συνέντευξη Τύπου κι αυτός ήρθε με κάποιους ανθρώπους του και μου λέει "ρε κόουτς θέλω να σου μιλήσω, να κάνουμε ένα ραντεβού. Κάνε μου τη χάρη". Και εγώ του είπα "δεν θέλω ούτε να σε βλέπω ούτε να μου μιλήσεις". Μου έκανε μεγάλη ζημιά».

Υπήρξε ποτέ η προοπτική για το εξωτερικό;

«Μπα, όχι. Πήγα μέχρι την Κύπρο».

Εσείς το επιδιώξατε;

«Ποτέ μου δεν το επιδίωξα. Πρέπει να μιλάς, τουλάχιστον, πολύ καλά αγγλικά».

«Αυτό που έπαθα στον Ατρόμητο την τελευταία φορά, ήταν τρελό. Σήκωσα τα χέρια ψηλά»


Ο Ατρόμητος είναι η ομάδα που αφήσατε το έργο σας, μείνατε για χρόνια. Πώς θυμάστε την επαφή σας με τον Σπανό;

«Στον Ατρόμητο πήγα όταν έφυγα από τον Ακράτητο. Στο ελληνικό ποδόσφαιρο κάνουν περισσότερο κουμάντο οι μανατζαραίοι παρά οι διοικήσεις. Τέλος πάντων... Στον Ακράτητο είχαν έναν μάνατζερ που έκανε τις μεταγραφές. Ο προπονητής δεν έβλεπε τους παίκτες, τους έπαιρνε αυτός ο μάνατζερ. Το 2000 σώσαμε τον Ακράτητο και ενόψει της νέας σεζόν είχαμε συμφωνήσει να επεκτείνουμε τη συνεργασία μας. Διαφώνησα μ' αυτόν το μάνατζερ. Μου είχε πει "μόνο θέσεις πες μου". Του λέω "δεν γίνεται, ρε αγόρι μου, να σου πω μόνο θέσεις. Δεν θα βλέπει ο προπονητής τους παίκτες και θα τους βλέπεις μόνο εσύ; Δεν γίνεται αυτό το πράγμα". Εκεί διαφωνήσαμε και πήγα στην Χαλκηδόνα, στη 2η αγωνιστική στην τότε Β' εθνική. 

Με κάλεσε ο Σπανός. Θυμάμαι να με ρωτάει πώς θα μπορούσαμε, με το ρόστερ που είχε η ομάδα, να ήμασταν στην 5άδα και τον Δεκέμβριο να κάναμε μεταγραφές. Εγώ του απάντησα "κάτσε να δω την ομάδα και θα σου πω". Τότε είχα και τον Νιόπλα στα τελευταία του, τον Κομπαγιάσι από τον Ιωνικό. Πήγαμε πολύ καλά στο ξεκίνημα και θυμάμαι τον Σπανό να θέλει να πάρουμε παίκτες, αλλά του είπα να μην πάρει κανέναν. Συνεχίσαμε έτσι λοιπόν και πήραμε το πρωτάθλημα με μεγάλη διαφορά. Το καλοκαίρι με ρώτησε ξανά: "Τί παίκτες να πάρουμε;". Του απάντησα: "Θα μείνουν αυτοί οι παίκτες". Τότε... αναστήσαμε τον Ζαχαρόπουλο, τον κάναμε πρώτο σκόρερ και δεν συμμαζεύεται... Πήραμε τον Μικέ από τον Παναχαϊκή για αριστερό στόπερ, τον Ηλιόπουλο από τον Ακράτητο, κάναμε λίγες μεταγραφές και είχαμε καλή πορεία.  

Μετά έγινε η συγχώνευση με τον Ατρόμητο και δόξα τω Θεώ παίξαμε Ευρώπη. Τη Δεύτερη φορά που πήγα στον Ατρόμητο, κάθισα στον πάγκο 1,5 χρόνο και παραλίγο να παίξουμε Champions League. Με τον Αστέρα Τρίπολης είχαμε κάνει 25 τελικές και δεν μπορούσαμε να νικήσουμε. Τότε είναι που παίξαμε και με την Αλκμααρ, θα μπορούσαμε στο πρωτάθλημα να βγούμε και δεύτεροι. Ο Ατρόμητος έκανε ρεκόρ και συγκέντρωσε 63 βαθμούς. Είχαμε καλή ομάδα: Μπρίτο, Ούπιδες, Ζουέλα, Ναπολεόνι... Τον Ναπολεόνι τον πήραμε από τον Λεβαδειακό, όπου έπαιζε αριστερό εξτρέμ και τον καθιέρωσα εγώ ως επιθετικό. Είχαμε και τον Σουμπίνιο. Όμως την τρίτη φορά που πήγα στον Ατρόμητο απογοητεύτηκα. Ίσως παρασύρθηκα από τα ονόματα. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι αυτοί οι παίκτες, που έπαιζαν Α' εθνική και εξωτερικό μπορούσαν να είναι σ' αυτήν την κατάσταση».

Τί πιστεύετε ότι έφταιξε;

«Δεν υπήρχε ισορροπία στις γραμμές. Κατ' αρχήν μιλάμε για παίκτες που είχαν μεγάλη αποχή από αγώνες. Ο Παπαδόπουλος, ο Κουλούρης... Το παιδί αυτό έκανε μεγάλο αγώνα. Ο Σπιριντόνοβιτς, ο Χατζηισαΐας, ήταν όλοι τους σε απραξία. Δεν μπορούσαμε να τους συνεφέρουμε με τίποτα, ήταν όλοι τους σε απραξια. Ο Χαρίσης μάς έλειπε πάρα πολύ λόγω του χιαστού. Το μεγάλο πρόβλημα σ' αυτήν την ομάδα ήταν επιθετική της γραμμή. Ούτε ο Κλωναρίδης μπόρεσε να βοηθήσει που είχε κάνει επέμβαση στους κοιλιακούς. Δεν μπορούσαμε να βρούμε ισορροπία ως ομάδα. 

Μπορώ να πω ότι ήταν η πρώτη φορά στα 35 χρόνια που είμαι προπονητής ότι "σήκωσα τα χέρια ψηλά". Όπου κι αν πήγα μέσα σ' έναν μήνα οι ομάδες μου κάτι παρουσίαζαν. Την έβλεπες κι έλεγες ότι κάτι δείχνει. Αυτό που έπαθα με τον Ατρόμητο την τελευταία φορά ήταν τρελό. Είπα καλύτερα να φύγουμε έτσι, να μη γίνει κι η ζημιά στα χέρια μας».


«Όταν έχασα την άνοδο με την Καστοριά, πήρα το αυτοκίνητό μου στις 3 τα ξημερώματα και πήγα στους γονείς μου στη Θεσσαλονίκη»

Πόσες ομάδες έχετε αναλάβει συνολικά; Μπορείτε να θυμηθείτε;

«Υπάρχουν ομάδες που πέρασα δύο και τρεις φορές. Απόλλων Σμύρνης, Ατρόμητος, Ξάνθη, Πανιώνιος...».

Στην Καστοριά ξεκινήσατε ως προπονητής; 

«Ναι το 1985. Αυτό που έπαθα εγώ ως προπονητής δεν έχει ξανασυμβεί στον κόσμο. Όλα σ' εμάς παρουσιάστηκαν. Όταν ανέλαβα το 1989 την Καστοριά είχα ήδη κάνει τρία χρονιά στο ερασιτεχνικό. Πήρα μια ομάδα την ΑΕ Καστοριάς και πήγαμε στη Δ' Εθνική, μετά ανέλαβα την Ενωση Καστοριάς και το 1989 ήρθε η Καστοριά. 

Δεν ήταν καλή η οικονομική κατάσταση και μου είπε η διοίκηση "έλα μόνο και μόνο για να σωθούμε". Ήμουν τελείως μόνος μου. Δεν είχα ούτε βοηθό ούτε γυμναστή ούτε προπονητή τερματοφυλάκων. Εγώ τα έκανα όλα, αλλά ήμουν σε καλή κατάσταση δεν καταλάβαινα τίποτα. Τις τελευταίες 10 αγωνιστικές, νικάμε σ' όλα τα ματς και στην τελευταία αγωνιστική παίζαμε εντός έδρας ματς με την ήδη υποβιβασμένη Καλλιθέα. Ερχεται η Καλλιθέα με 11 παίκτες κι έναν μόλις τερματοφύλακα. Μιλάμε για Β' Εθνική. Είχαν έρθει όλοι από την Καστοριά, η μπάντα του Δήμου, οι Δεσποτάδες... Μιλάμε για 7.000-8.000 άτομα. 

Από το άγχος μας βάλαμε ένα αυτογκόλ. Με νίκη ανεβαίναμε εμείς, εκείνοι ήταν αδιάφοροι τελείως. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν 1-1 και χάνουμε την κατηγορία. Αντε πες μου εσύ μετά, πρώτη φορά ως επαγγελματίας προπονητής να ξεκινάω έτσι... Ποιο είναι το πιο γνήσιο πρωτάθλημα στην Ευρώπη; Αυτό της Αγγλίας; Ε, ούτε εκεί δεν γίνεται αυτό! Να παίζεις με τον τελευταίο, που έχει μόνο 11 παίκτες στην αποστολή του, να θες μόνο νίκη για άνοδο και να μην παίρνεις το αποτέλεσμα».

Πώς θυμάστε εκείνο το βράδυ;

«Φύγαμε 12 το βράδυ από το γήπεδο, ο κόσμος τα έσπασε όλα από την αγανάκτησή του. Αυτά που ειπώθηκαν ήταν πάρα πολλά: "Το δώσατε, δεν θέλατε να βγείτε". Οι γνωστές βλακείες. Ποιος παίκτης δεν θέλει να ανέβει στην Α' Εθνική και να φύγει από τη μιζέρια της Β' Εθνικής. Φύγαμε από τη γήπεδο άρον άρον στις 12 το βράδυ. Και πώς φύγαμε; Είχε ακόμη κόσμο. Στις 3 τα ξημερώματα, επειδή δεν μπορούσα να το αντέξω, πήρα το αμάξι και πήγα στη Θεσσαλονίκη στους γονείς μου. Δεν ήξερα τί να κάνω. Εμεινα εκεί μία μέρα και την επομένη γύρισα πίσω. Οποιοσδήποτε άλλος να ήταν θα είχε φύγει από την Καστοριά. Διώχνουμε όλους τους παίκτες κι αρχίζουμε μια νέα πορεία με νέα παιδιά. Εμεινα τελικά 2,5 χρόνια. Κάναμε προπόνηση στο ξερό και είχε -10 ή -15 βαθμούς. Βγαίναμε από το μπάνιο και μέχρι να πάμε στο αυτοκίνητο τα μαλλιά μας είχαν κοκκαλώσει. Μιλάμε για κρύο όχι αστεία. Ειδικά, θυμάμαι με τον Ολυμπιακό, όταν παίζαμε μπάλα είχε χιόνι. Ερχόντουσαν κι έτρεμαν από το κρύο».

Ήσασταν ελεύθερος τότε;

«Όχι, ήμουν ήδη παντρεμένος».

«Στον τελικό Κυπέλλου, στον Ηρακλή είχαν μόνο ένα πρόβλημα: Το πόσα γκολ θα μας βάλουν»

Ποια άλλη ωραία ιστορία θυμάστε από την Καστοριά;

«Ήταν το Κύπελλο. Ήμασταν η πρώτη επαρχιακή ομάδα που κατάφερε κάτι τέτοιο και ήμουν αρχηγός. Στην καστοριά έπαιξα σχεδόν 12 χρόνια και γι' αυτό έχω τόσες πολλές συμμετοχές. Παρότι παίζαμε σε τέτοια γήπεδα, δεν τραυματιζόμασταν. Θυμάμαι ότι για τέσσερα σερί χρόνια έπαιζα συνέχεια. Εχω σχεδόν 300 συμμετοχές με την Καστοριά και είναι ζήτημα σ' αυτά τα 11,5 χρόνια να έχω λείψει σε πέντε ματς. Είχα φοβερό εγωισμό. Σταμάτησα στα 33 μου στην Καστοριά, στη Β' Εθνική γιατί είδα έναν - δύο παίκτες πιο νέους να με περνάνε στο τρέξιμο. Είπα να σταματήσω. Όταν τους το είπα γελούσαν, γιατί είχα κάνει τρομερή χρονιά την προηγούμενη σεζόν στη Β' Εθνική. Νόμιζαν ότι τους κάνω πλάκα. Τους είπα "τελείωσε για μένα δεν έρχομαι προετοιμασία". Δεν ήθελα να βλέπω τον εαυτό μου δεύτερο. Τον ίδιο εγωισμό έχω κι ως προπονητής, δεν μπορώ να συμβιβαστώ με τίποτα. Στα τρεξίματα ήθελα να βλέπω τον άλλον... 500 μέτρα πίσω».

Πώς θυμάστε τη βραδιά του τελικού;

«Και μόνο που θα παρουσιαζόμασταν στον τελικό ήταν νίκη. Δεν είχαμε άγχος κι αυτό φάνηκε στο γήπεδο. Η διαφορά ποιότητας μεταξύ του Ηρακλή και της ομάδας μας ήταν μεγάλη. Ο Ηρακλής είχε τεράστια ομάδα. 

Θυμάμαι τον Κουσουλάκη όταν βρεθήκαμε στην Εθνική Ομάδα, 1-2 εβδομάδες πριν τον τελικό, να μου λέει ότι το πρόβλημά τους ήταν το πόσα γκολ θα βάλουν. Εγώ του είπα ότι και μόνο που θα παίζαμε σ' αυτό το ματς θα ήταν σαν να είχαμε νικήσει. 

Στο ματς ευνοηθήκαμε από κάποιες συνθήκες για να φτάσουμε σ' αυτό το 5-2. Ο Σαργκάνης θα μπορούσε να δεχτεί κόκκινη κάρτα στο μαρκάρισμα που έκανε στον Χατζηελευθερίου. Του έδωσε μία στο χέρι και του το έσπασε. Εδωσε πέναλτι αλλά θα μπορούσε να είναι κι αποβολή. Ο Χατζηελευθερίου ήταν βαρόμετρο, έπαιζε ο Χατζηπαναγής, ο Παπαϊωάννου, ο Καλαμπάκης. Όμως ο Χατζηελευθερίου έκανε το κουμάντο πίσω από τον φορ. Ισοφαρίσαμε στο 44' από ένα πλάγιο, από τον Σημαιοφορίδη. Ο Χατζηπαναγής σ' αυτό το ματς ήταν πολύ μέτριος. Είχαμε βάλει δεξί μπακ τον Αλεξιάδη, ο οποίος στο man to man ήταν πολύ καλός. Εβαλε δεύτερο γκολ ο Δίντσικος και μετά ο Ηρακλής έμεινε με 10 παίκτες. Δέχτηκε δεύτερη κίτρινη ο Μιχαηλίδης. Μετά το κάναμε εύκολα 3-1, 4-1 και ξέφυγε το σκορ. Στον τελικό στη Ν. Φιλαδέλφεια είχαμε από 5.000 κόσμο».

«Όταν είδα τον γιο μου να κλαίει γιατί φοβόταν ότι θα με σκοτώσουν, είπα ότι φεύγω από τον Άρη»

Μετά την Καστοριά πήγατε στα Τρίκαλα.

«Ναι, για έξι μήνες και μετά πήγα στο Ναύπλιο. Εφυγε ο συγχωρεμένος ο Παθιακάκης και πήγε στην ΑΕΚ. Εκείνος με πρότεινε στο Ναύπλιο, ήταν φίλος μου. Μετά το Ναύπλιο πήγα στην Καρδίτσα. Την πρώτη χρονιά είχαμε πολύ καλή ομάδα, χάσαμε την κατηγορία τσάμπα και βερεσέ. Πήραμε 34 βαθμούς στο δεύτερο γύρο, ξεκινάει ο δεύτερος μ' αυτόν τον κακό δαίμονα την Καλλιθέα πάλι, στο γήπεδό μας. Τους είχαμε μονότερμα όλη την ώρα, ευκαιρίες, κακό... Κάνουμε το 1-0 και μας το γυρίζει 1-2. Εκεί ξεκίνησε η κατηφόρα μας, δεν βγήκαμε και πήρε την κατηγορία ο ΕΘνικός μαζί με τον Ιωνικό αν δεν κάνω λάθος. Εκατσα στην Καρδίτσα δύο χρόνια, ακολούθησαν δύο χρόνια την Καβάλα.

Την πρώτη χρονιά ανεβήκαμε κατηγορία, τη δεύτερη παραλίγο να βγούμε στην Ευρώπη και στη συνέχεια ήρθε ο Ηρακλής και μετά ο ΑΠΟΕΛ. Επέστρεψα στην Ελλάδα για τον Άρη αλλά εκεί δεν έκατσα πολύ.

Πώς να μείνω εκεί; Υπάρχει η νοοτροπία των αληταράδων... Ιδιοκτήτης ήταν τότε ο Κοντομηνάς κι ο Άρης δεν είχε άσχημη ομάδα. Πήγα να τον προστατεύσω τότε. Του λέω: "Είναι δυνατόν να δώσεις 500 εκατ. δραχμές για τον Αγαθοκλέους; Δεν αξίζει τόσα λεφτά".

Ο Κοντομηνάς μού είπε: "Και θα μου κάνει ο Μελισσανίδης το μάγκα;". Τον ήθελε κι η ΑΕΚ. "Θα τον πάρω εγώ", μου είπε. 

Του λέω: "Δεν αξίζει τόσα χρήματα, άσε να την φάει ο Μελισαννίδης, που αποκλείεται να δώσει τόσα λεφτά". Τελικά, πάει και τον παίρνει. Καλώς ή κακώς ήρθε στην ομάδα αυτό το παιδί. Από εκεί και πέρα, όταν πήγα να κλείσω εγώ στον Άρη είπα στον Κοντομηνά: "Επειδή προέρχομαι από τον ΠΑΟΚ, το μίσος που υπάρχει σ' αυτές τις δύο ομάδες είναι τρομερό. Εσύ δεν το έχεις νιώσει αυτό, είσαι στην Αθήνα. Θα έχουμε προβλήματα. Ασε το καλύτερα, βρες κανέναν άλλον". Εκείνος όμως επέμενε να αναλάβω εγώ. Είχα βγει τη σεζόν 1997-1998 καλύτερος προπονητής στην Ελλάδα. Του είπα "ό,τι πεις, αλλά να έχεις υπόψιν σου αυτό που σου λέω".

Την Τετάρτη παίζαμε με τον Ολυμπιακό για το Κύπελλο. Οι οργανωμένοι οπαδοί του Άρη έριξαν πέτρες μέσα στο γήπεδο και τιμωρηθήκαμε με τρεις αγωνιστικές κεκλεισμένων. Όταν έληξε η τιμωρία παίξαμε με τον ΠΑΟΚ, τότε ήταν το πρώτο ματς του Άρι Χάαν και το 3ο δικό μου στον Άρη. Νικήσαμε 2-0 τον ΠΑΟΚ και ηρέμησε η κατάσταση, δεν έβριζαν. Τότε μου έβγαλαν και το "Οτσαλάν", αν θυμάστε επειδή του έμοιαζα».

«Πώς αντέδρασα στο “Οτσαλάν”; Μια χαρά...»

Πώς αντιδράσατε σ' αυτό;

«Τίποτα, πώς να αντιδράσω; Μια χαρά... 

Από εκεί και πέρα όταν χάσαμε το πρώτο ματς, από τη Ξάνθη του Ματζουράκη, υπήρξαν λαϊκά δικαστήρια. Τότε ο γιος μου ήταν 8 χρονών. Παραμονή του αγώνα με τον ΠΑΟΚ ήταν Σάββατο και κάνουμε την τελευταία προπόνηση. Ερχεται ο τότε γενικός αρχηγός, ο Βένος μαζί με τον Γούναρη και μου είπαν: "Γιώργο θέλουν οι οργανωμένοι να έρθουν να μιλήσουν στα παιδιά, να τους δουν και να τους δώσουν ψυχολογία". Και τους απαντώ εγώ: "Τί να τους ανεβάσουν; Εμείς τί κάνουμε εδώ"; Τους είπα ότι δεν πρόκειται να έρθουν. "Κλειδώστε τις πόρτες, δεν ξέρω τί θα κάνετε. Η προπόνηση θα γίνει αλλά αυτοί δεν πρόκειται να πατήσουν εδώ το πόδι τους", τους είπα. 

Μου απάντησαν ότι αυτοί θα βρουν τρόπο να μπουν κι ότι θα γίνει φασαρία. "Αν μπουν, δεν θα κάνουμε προπόνηση", αυτή ήταν η εντολή μου. Ξεκινήσαμε το πρόγραμμα και άκουσα τις σιδερένιες πόρτες να χτυπούν. Κατάλαβα ότι θα μπουν μέσα. Τους είδα να σκαρφαλώνουν σαν τσίτες. Άρχισαν να πηδούν μέσα, δεν μπορώ να καταλάβω πώς πήδηξαν. Μπήκαν μέσα 20 άτομα, είπα στα παιδιά να τα μαζέψουν κι ότι δεν θα κάνουμε προπόνηση. Μπήκαμε μέσα. Το θέμα ήταν πώς θα βγαίναμε μετά έξω. Περιμέναμε, περιμέναμε... Κάποια στιγμή αγανάκτησαν, έφυγαν και φύγαμε κι εμείς.

Από εκεί και πέρα, για το ματς της Ξάνθης, που χάσαμε με 2-1, με δύο αυτογκόλ του Γεωργιάδη του μπακ που έπαιζε στον Παναθηναϊκό... Η γκαντεμιά αυτού του παιδιού! Είχαμε πέντε δοκάρια (!) και εμείς χάσαμε με δύο αυτογκόλ, που τα έβαλε και τα δύο ο Γεωργιάδης. 

Εμένα, πάντα ο γιος μου ερχόταν στο γήπεδο μ' έναν φίλο μου από τη Θεσσαλονίκη και φεύγαμε μαζί. Το παιδί άκουγε αυτά που έλεγαν για μένα, με απειλούσαν και είπε του φίλου μου του Γιάννη "θέλω να δω τον πατέρα μου, να με πας γρήγορα σ' αυτόν". Τον έπιασαν τα κλάματα. Το λέω και συγκινούμαι...  Όπως καθόμουν εγώ στη γωνία έβλεπα στο μονοκόμματο διάδρομο. Καθόμουν στον απέναντι τοίχο και μιλούσα με τον Ιωαννίδη, τον πρόεδρο. Είδα το παιδί να κατεβαίνει στα σκαλοπάτια και ήρθε πάνω μου κλαίγοντας. Τον ρώτησα τί έχει και μου είπε να μη βγω έξω γιατί θα με σκοτώσουν. Είπα στο φίλο μου τον Γιάννη να πάρει το παιδί μακριά και εκεί ανακοίνωσα στον Ιωαννίδη ότι φεύγω. Δεν μπορούσα να βλέπω το παιδί μου σ' αυτήν την κατάσταση. Τα παράτησα και έφυγα».

Στην Καστοριά έχετε ριζώσει.

«Στην Καστοριά ήρθα 20-21 ετών, με είχε δώσει δανεικό ο ΠΑΟΚ, όταν η ομάδα βρισκόταν στη Β' Εθνική. Βγήκαμε πρωταθλητές και μετά έμεινα ελεύθερος από τον ΠΑΟΚ. Μου άρεσε πολύ η Καστοριά. Μου άρεσε η ηρεμία. Αν έχεις τα προς το ζην, είναι η πιο ωραία πόλη για να ζήσεις. Αν έχεις οικογένεια, δεν υπάρχει πιο ιδανική πόλη. Αρκεί να έχεις δουλειά. Σε φορολογία μετά την Αθήνα, ερχόταν η Καστοριά. Είχε πάρα πολλή δουλειά, γέμιζε όλο τον κόσμο με γούνες. Μετά τον Άρη, επέστρεψα στην Καβάλα, μετά στον ΠΑΣ Γιάννινα, μετά στον Πύργο, στον Ολυμπιακό Βόλου για ένα τρίμηνο, μετά στον Ακράτητο και στη συνέχεια στη Χαλκηδόνα που έγινε Ατρόμητος».

«Ο Κομπότης ήταν ένας διάολος μεταμορφωμένος, πανέξυπνος άνθρωπος»

Από όλες τις επαρχιακές ομάδες που περάσατε, πού σας άρεσε περισσότερο; Πού περάσατε καλύτερα;

«Στην Καρδίτσα πέρασα πάρα πολύ ωραία. Είναι ποδοσφαιρομάνα, απλά δεν υπάρχουν δυνατοί άνθρωποι οικονομικά. Υπάρχει το ταλέντο, υπάρχει και κόσμος. Θυμάμαι την πρώτη χρονιά που πηγαίναμε για πρωτάθλημα, την Πέμπτη είχαν εξαντληθεί όλα τα εισιτήρια. Ο ενθουσιασμός που είχαν οι Καρδιτσιώτες ήταν το κάτι άλλο, είχα μείνει άφωνος. Στην Καβάλα, από την άλλη, όπου πέρασα και εκεί πάρα πολύ καλά και είχα δύο πετυχημένες χρονιές, δεν είχαμε κόσμο. Έβλεπες τους Καβαλιώτες και ήταν περισσότερο ΠΑΟΚτσήδες και ΑΕΚτσήδες. Όταν παίζαμε με τον ΠΑΟΚ ή με την ΑΕΚ γέμιζε το γήπεδο, σε άλλα ματς, ακόμα και σ' αυτά που παλεύαμε για ευρωπαϊκή έξοδο, είχαμε 1500 άτομα στο γήπεδο. Και μιλάμε για μια μεγάλη πόλη. Και στον Πλατανιά πέρασα καλά. Ένα χωριό, όπου έμεινα τρία χρόνια. Αξίζει να γραφτεί κάτι και να ασχοληθεί κανείς με αυτά που περάσαμε στον Λεβαδειακό, την πρώτη χρονιά. Ξεκινήσαμε τη 10η αγωνιστική. Δεν ξέραμε αν παίξουμε στην Α' Εθνική ή όχι. Δεν παίζαμε και κάναμε προετοιμασία. Όταν πια μπήκαμε στο πρωτάθλημα, παίζαμε τις δέκα αγωνιστικές Τετάρτη - Κυριακή. Κάναμε πέντε μήνες προετοιμασία και στο τέλος παραλίγο να βγούμε στην Ευρώπη. Τα παιδιά δεν απογοητεύτηκαν. Το να κάνεις συνέχεια προπόνηση, να κάνεις τα ίδια και τα ίδια... δεν μπορείς. Κάποια στιγμή αγανακτείς. Και να ρωτάς κάθε βδομάδα: "Τι έγινε; Βγήκε απόφαση;". Και είχαμε τον πρόεδρο να μας λέει "ναι, την επόμενη εβδομάδα θα βγει η απόφαση". Όλο ανά εβδομάδα μας το πήγαινε. Από παραμύθι σε παραμύθι».

Πώς ήταν η συνεργασία σας με τον Γιάννη Κομπότη;

«Καλή ήταν. Αυτά τα δύο χρόνια που έμεινα στον Λεβαδειακό, επειδή έλεγαν γι' αυτόν πολλά και διάφορα, δεν του έδωσα δικαιώματα και τον είχα σε μια απόσταση. Με σεβάστηκε σε μεγάλο βαθμό, ήμουν πάντα επιφυλακτικός απέναντί του. Ήταν ένας διάολος μεταμορφωμένος, πανέξυπνος άνθρωπος».

«Εγώ καμιά φορά αναρωτιέμαι πώς κατάφερα και επιβίωσα»

Για τον Αστέρα Τρίπολης ποια είναι η άποψή σας;

«Φοβερή οργάνωση. Δεν είναι τυχαίο που κάνει αυτές τις πορείες ο Αστέρας. Έχει καλούς σκάουτ, κυρίως στην Ισπανία και στην Αργεντινή. Ο Νίκος (σ. εννοεί τον Γαλανακόπουλο) τον περισσότερο χρόνο είναι στην Ισπανία παρά στην Ελλάδα. Κάθεται εκεί και βλέπει το πρωτάθλημα της τρίτης κατηγορίας. Δουλεύουν πολύ καλά. Ο Καϋμενάκης όταν βρίσκεται στο Ντουμπάι κάθεται και βλέπει παιχνίδια, βλέπει παίκτες».

Στην Ελλάδα που οι παράγοντες θέλουν να ασχολούνται με όλα, που, όπως λέγεται, δίνουν χαρτάκι στους προπονητές, αυτό εσείς πώς καταφέρατε να το περιορίσετε;

«Αν συμβιβαστείς μ' αυτήν την κατάσταση από την πρώτη στιγμή και δώσεις αφορμή, γρήγορα σου βγαίνει το όνομα. Δεν μπορείς να έχεις διάρκεια για να επιβιώσεις στην προπονητική. Αυτά τα πράγματα μαθαίνονται. Όταν οι πρόεδροι θέλουν να πάρουν ένα προπονητή, μιλάνε μεταξύ τους. Για το τί άνθρωπος είναι ο προπονητής που σκέφτονται να πάρουν, αν συμβιβάζονται. Όλα αυτά μετράνε. Εγώ καμιά φορά αναρωτιέμαι πώς κατάφερα και επιβίωσα. Ήμουν και τυχερός μπορώ να πω. Καμιά φορά χρειάζεται και τύχη. Το να ξεκινήσεις από μια μικρή επαρχιακή ομάδα, όπως η Καστοριά και να κάνεις καριέρα προπονητή επί 35 χρόνια, δεν νομίζω να έχει ξαναγίνει, να το έχει πετύχει άλλος. Λίγο πολύ οι μεγάλες ομάδες προωθούν τα δικά τους παιδιά. Έχουν ομάδες δορυφόρους και προωθούν τα δικά τους παιδιά. Πολλοί προπονητές δεν αντέχουν, δεν έχουν την απαραίτητη διάρκεια και φεύγουν. Εγώ δεν ξέρω κανέναν άλλο προπονητή να έχει αρχίσει από επαρχιακή ομάδα και να έκανε μια αντίστοιχη πορεία. Είναι πολύ δύσκολο».

Ποιοι είναι οι προπονητές που έχετε σε εκτίμηση ύστερα από όλα αυτά τα χρόνια;

«Ο Άγγελος Αναστασιάδης είναι παρεξηγημένος. Το παιδί αυτό έκανε δουλειά όπου δούλεψε, είτε στον Ηρακλή, είτε στον ΠΑΟΚ. Είχε πετυχημένη πορεία. Υπάρχουν και νέα παιδιά, ο Δώνης που τον ζητούν στο εξωτερικό. Ο Ουζουνίδης δεν έχει κάνει άσχημη καριέρα. Υπάρχουν ορισμένα αξιόλογα παιδιά, όπως ο Μάντζιος. Τον είχα παίκτη στον Άρη και βοηθό στον Πανιώνιο όταν πήγα».

«Στον Ηρακλή, μας κατηγόρησαν ότι καθίσαμε να χάσουμε, στον Βατσινά είπα: “άστο φεύγω, μη πάθεις και τίποτα”»

Τι θυμάστε από τη θητεία σας στον Ηρακλή;

«Την πρώτη χρονιά στον Ηρακλή, μετά την Καβάλα, πήγα με πρόεδρο τον Θεοδωρίδη, τον συγχωρεμένο. Έφυγα πριν από τις τελευταίες τρεις αγωνιστικές. Θυμάμαι είχαμε παίξει κόντρα στην Καβάλα, η οποία τότε κινδύνευε. Χάσαμε από την Καβάλα, είχε δεχτεί και κόκκινη κάρτα ο Γκώνιας και παίζαμε με δέκα παίκτες. Μας κατηγόρησαν ότι καθίσαμε να χάσουμε. Είχε έναν γενικό αρχηγό ο Θεοδωρίδης, ο οποίος μας κατηγόρησε ότι χάσαμε επίτηδες. Αυτό το γεγονός με έκανε να σηκωθώ να φύγω. Τη δεύτερη φορά που πήγα, όταν έφυγε ο Ουζουνίδης, εκεί κάναμε πολύ καλή πορεία. Ο Ηρακλής ήταν στις τελευταίες θέσεις, σωθήκαμε και πέσαμε στα χαρτιά. Σώθηκε η Τρίπολη και έπεσε ο Ηρακλής».

Για τον ΟΦΗ τί έχετε να μας πείτε;

«Τους Κρητικούς τους βγάζω το καπέλο. Στον ΟΦΗ δούλεψα μετά τον ΠΑΟΚ. Σωθήκαμε εκείνη τη χρονιά, νικήσαμε και 4-1 τον Παναθηναϊκό. Τότε μου έβγαλαν και το τραγούδι (σ. εννοεί το "Παράσχο θ' αφήσω μουστάκι..."). Τότε είχα κλείσει για να μείνω και την επόμενη σεζόν, αλλά πιστεύω ότι κάτι μεσολάβησε μετά από εκείνο το παιχνίδι και δεν μπόρεσα να συνεχίσω. Αυτό που εκτιμώ είναι ο σεβασμός που έχει αυτή η ομάδα στο πρόσωπό μου. Σε όσες ομάδες κι αν πέρασα μετά και χρειάστηκε να αντιμετωπίσω τον ΟΦΗ, είτε νίκησα είτε έχασα, θυμάμαι το χειροκρότημα του κόσμου. Αυτό δεν το έχω νιώσει πουθενά. Το ίδιο έγινε και τελευταία, όταν ήμουν στον Ατρόμητο. Ξαναπήγα στον ΟΦΗ όταν έφυγα από την Ξάνθη, μου την είχαν πέσει όλοι να επιστρέψω, για να βγούμε στην Α' Εθνική. Ήταν το διάστημα που θα διεξάγονταν τα play offs. Μέχρι και οι οργανωμένοι με έπαιρναν τηλέφωνο και μου έλεγαν "σε παρακαλούμε κόουτς, έλα να ανεβάσεις την ομάδα". Αν θυμάστε μας είχαν σφάξει στο ματς με τον Πανσερραϊκό, ήταν ένας επόπτης από τα Γιάννενα που μας ακύρωσε γκολ. Δεν βγήκε εκείνη η ομάδα που ήταν τόσο καλή».

Τί εξήγηση σάς έδωσαν όταν σας είπαν να φύγετε από τον ΟΦΗ την πρώτη φορά, μετά τη νίκη επί του Παναθηναϊκού;

«Ο Βατσινάς δεν ήταν τότε; Τι να μου πει; Κατέβασε το κεφάλι. Του λέω: "Καλά ρε πρόεδρε, κάναμε μια συμφωνία. Τι έγινε ξαφνικά;". Δεν ήξερε τί να πει. Και του ξαναλέω: "Εντάξει πρόεδρε, άστο. Μην πάθεις και τίποτα. Φεύγω».

Σε αντίθεση με τους προπονητές του μπάσκετ, οι Έλληνες δεν δουλεύουν στο εξωτερικό με την ίδια ευκολία; Πού το αποδίδετε αυτό;

«Εγώ θεωρώ ότι κάποιος έπρεπε να ανοίξει το δρόμο. Ο Δώνης κατά κάποιο τρόπο δούλεψε, ο Ουζουνίδης το ίδιο στη Ρουμανία. Σημαντικό ρόλο θα μπορούσε να παίξει ο Μπάγεβιτς. Με τις περγαμηνές που είχε, με το όνομα που είχε αποκτήσει στην Ευρώπη, αν πήγαινε σε καλά πρωταθλήματα, ίσως άνοιγε το δρόμο και των Ελλήνων».t

Ποια είναι η συμβουλή που θα δίνατε στους προπονητές της χώρας;

«Να μορφώνονται, να προβληματίζονται, να αφιερώνουν χρόνο στη δουλειά τους. Να βρει μόνος του ένα ασκησιολόγιο, να κάνει τις ομάδες του όλο και καλύτερες. Για να βγάλεις μια προπόνηση, πρέπει να καθίσεις και να ασχοληθείς πάνω στα προβλήματα της ομάδας σου. Να ασχολείσαι διαρκώς, όλη τη μέρα αν είναι δυνατόν, με αυτό το πράγμα. Εμένα ποια ήταν η χαρά μου; Από όποια ομάδα κι αν έφευγα, τα παιδιά μιλούσαν με τον καλύτερο τρόπο για εμένα. Πάνω από όλα τους κάλυπτα προπονητικά, τους κάλυπτα ως χαρακτήρες. Μπορούσα και τους προστάτευα. Δεν τολμούσε κανένας πρόεδρος να πει άσχημη κουβέντα κι αν το έκανε, δεν υπήρχε περίπτωση να μην αντιδράσω. Δεν έκανα το κορόιδο. Γι' αυτό και τα παιδιά αν βρίσκονταν σε δύσκολη θέση με τις ομάδες τους, συμβούλευαν τις διοικήσεις να προσλάβουν τον Παράσχο. Επειδή μπορούσα να αναγεννήσω τις ομάδες. Μπορεί να είσαι καλός προπονητής, αλλά σαν άνθρωπος να είσαι ο χειρότερος. Αν δεν μπορείς να συνδυάσεις αυτά τα δύο μαζί, δεν μπορείς να πετύχεις. Μπορεί να είσαι πολύ καλός άνθρωπος, αλλά να μην μπορείς να καλύψεις έναν ποδοσφαιριστή προπονητικά. Δεν είναι εύκολο να είσαι προπονητής. Κανείς ποδοσφαιριστής δεν συμβιβάζεται εύκολα αν είναι αναπληρωματικός. Αν του αφαιρέσεις του παίκτη το ματς, γίνεται εχθρός σου. Χρειάζεται αξιοκρατία, αλλιώς θα υπάρχουν μανούρες και θα έχει πρόβλημα ο προπονητής. Είναι καλύτερο να πεις σε ένα παίκτη ότι δεν θα παίξει επειδή ο άλλος είναι καλύτερος».

Αυτό το βιώσατε καθόλου στον Ατρόμητο τελευταία;

«Απλώς εκείνοι δεν ήθελαν να το παραδεχτούν. Είχα πει στον Παπαδόπουλο, στα ίσια, "καλά, πώς έπαιξες στον Ολυμπιακό και στη Σάλκε;". Απορούσα με την κατάστασή του εκείνη τη στιγμή. Δεν μπορούσε όμως ο ίδιος να το παραδεχτεί αυτό. Δεν το δεχόταν. Κι αυτό βέβαια δεν συνέβη μόνο μ' αυτόν, αλλά και με άλλους που προέρχονταν από απραξία. Ζούσαν με το παρελθόν».

«Έλεγα από μέσα μου για τον Τζιμπούρ "θα μας πλακώσει μια μέρα αυτός”»

Υπήρξαν παίκτες με τους οποίους δεν θα πηγαίνατε καλά;

«Με τον Τζιμπούρ για παράδειγμα. Τον είχε φέρει ο Σπανός από τον Εθνικό Αστέρα. Ήταν ένας παίκτης που έκανε μεγάλη καριέρα, αλλά είχε ιδιόρρυθμο χαρακτήρα. Ήρθα σε σύγκρουση. Πριν από το ματς με τη Σεβίλλη, ήταν δύο μήνες τραυματίας και ήθελε να παίξει με τη Σεβίλλη. Έκανε προπόνηση την τελευταία εβδομάδα. Ήθελε να τον δουν από το εξωτερικό και να κάνει μεταγραφή. Δεν μπορούσα να το δεχτώ. Οι άλλοι έκαναν προπόνηση τόσο καιρό, είχαν φτάσει την ομάδα σ' αυτό το σημείο κι αυτός ήθελε ξαφνικά να παίξει για να δείξει τα προσόντα του. Λίγο πριν από το ματς, όταν κάναμε τακτική, είδε ότι δεν θα βρισκόταν στην ενδεκάδα. Τρελάθηκε. Ήταν και ο Σπανός στην κερκίδα, κάναμε προπόνηση στη Ριζούπολη, γιατί εκεί θα παίζαμε κιόλας. Όταν λοιπόν εκνευρίστηκε ο Τζιμπούρ και έκανε μανούρα, τον έδιωξα από την προπόνηση. Άρχισε να βρίζει και να μουρμουράει. Του φωνάζει ο πρόεδρος: "Τί είναι αυτά που κάνεις;". Κατεβαίνει κάτω ο Σπανός και πήγαν να πιαστούν στα χέρια. Πήγε να χτυπήσει τον Σπανό. Μπήκαν στη μέση ο Βασίλης Αλεξούδης, ο προπονητής τερματοφυλάκων, και ο γυμναστής μας ο Νεκτάριος Πανταζής. Του όρμησε ο Αλεξούδης, του έδωσε μια μπουνιά. Έγινε φασαρία, κόπηκε και η προπόνηση στη μέση. Απέκλεισα τον Τζιμπούρ από την προπόνηση και δεν μπήκε στην αποστολή. Του είπαμε μετά να βρει ομάδα και με τον Πανιώνιο κάναμε την ανταλλαγή με τον Μαγκντί. Για να έχεις στην ομάδα σου τον Τζιμπούρ έπρεπε να συμβιβαστείς με πολλά πράγματα. Ότι θα παίζει, ότι θα μανουριάζει, ότι θα δίνει τις κλωτσιές του. Έκανε όμως καριέρα. Εγώ ήμουν αυτός που τον πήρα από τον Εθνικό Αστέρα, γι' αυτό και δεν έχει πει άσχημη κουβέντα για εμένα. 

Θυμάμαι τί συνέβαινε μετά τη μπουνιά του Αλεξούδη. Όταν τον έβλεπε ο Τζιμπούρ, του έκανε χειρονομία πως θα του... κόψει το κεφάλι (γέλια). Εν τω μεταξύ ο Βασίλης είχε χρυσοχοείο στον Πειραιά και βάσει νόμου μπορούσε να έχει όπλο. Του δίνουν άδεια οπλοφορίας. Και μου έλεγε: "Κόουτς, μια μέρα θα πάρω όπλο και θα τον καθαρίσω. Όποτε μου βλέπει μου κάνει αυτή τη χειρονομία. Δεν μπορώ άλλο (γέλια). Τρελοκομείο ο Τζιμπούρ, ήταν και μποξέρ. Θυμάμαι ένα παιχνίδι που παίζαμε στη Λιβαδειά, γίνεται μια μανούρα. Ο Λεβαδειακός είχε στόπερ ένα Δήμου. Του έδωσε δύο μπουνιές, ρε παιδιά, δεν φάνηκαν καν τα χέρια του. Του λέω: "Τι κάνεις ρε τρελέ; Πώς χτυπάς έτσι". Μου απαντά: "Με βρίζει κόουτς. Πήγαινα μποξ". Έλεγα από μέσα μου "θα μας πλακώσει μια μέρα αυτός. Την πάτησε όμως μια φορά από τον Μερίνο. Ήταν κολλητοί. Τους είχε δώσει ένα Opel η ομάδα. Όπως κατέβαιναν την Ομόνοια, είχαν δίπλα τους ένα άλλο αυτοκίνητο. Ήταν μέσα τρεις άνδρες και μία κοπέλα. Όπως την είδε την κοπέλα ο Τζιμπούρ, έκανε ένα μορφασμό. Τότε κατέβηκαν οι άνδρες και άρχισαν το ξύλο. Ο Μερίνο είχε... κοκκαλώσει και είχε μείνει στο αμάξι. Αφού τους χώρισαν και επέστρεψε στο αυτοκίνητο ο Τζιμπούρ, τον ρώτησε γιατί δεν κατέβηκε από το αμάξι να τον βοηθήσει. Τότε ο Τζιμπούρ τον έβγαλε από το αμάξι και τον άφησε στην Ομόνοια. Ήρθε μετά στην προπόνηση ο Μερίνο και μου είπε: "Αυτός είναι τρελός ρε κόουτς. Με κατέβασε από το αμάξι επειδή δεν τον βοήθησα στο ξύλο". Από εκεί και πέρα, λίγο περίεργο παιδί ήταν ο Γκώνιας. Τον είχα στον Ηρακλή. Είχα λίγα προβληματάκια μαζί του».

Αν σας ζητούσαμε να επιλέξεις την καλύτερη ενδεκάδα της καριέρας σου;

«Θα αδικήσουμε μωρέ πολλά παιδιά. Πέρασαν εκατοντάδες παίκτες από τα χέρια μου».

Υπήρχε παίκτης που πριν από το ματς ήρθε και σας είπε ότι δεν μπορεί να παίξει και εσείς τον πείσατε να αγωνιστεί;

«Ναι, ο Τζιμπούρ, πριν από ένα ματς με τον Πανιώνιο μου είπε ότι δεν μπορεί γιατί πονούσε το πόδι του. Του είπα “και μ' ένα πόδι θα παίξεις”.  Βγήκε έξω και αγωνίστηκε κανονικά...».

«Τί να πω για τη γυναίκα μου; Εχει αλλάξει 24 σπίτια...»

Τί είναι αυτό που σας κρατάει ακόμα ενεργό;

«Όλη η ανθρωπότητα τα έχει με το άγχος. Δεν θέλει άγχος. Κι όμως, εγώ έμαθα να ζω με αυτό. Όταν περάσει το τρίμηνο ή το τετράμηνο και δεν δουλέψω, αρχίζει και μου λείπει. Απορώ με τον εαυτό μου και δεν ξέρω πώς θα το ξεπεράσω. Πραγματικά θέλω να σταματήσω, κουράστηκα, αισθάνομαι καμιά φορά τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν, αλλά τώρα όσο περνάει ο καιρός, καταλαβαίνω ότι ακόμα μπορώ να δουλέψω και να ζω με αυτό το άγχος. Όλοι θέλουν να το αποφύγουν, εγώ έμαθα να ζω με αυτό».

Όταν είχατε συμπληρώσει 902 συμμετοχές ως ποδοσφαιριστής και προπονητής στη μεγάλη κατηγορία, είχατε δηλώσει: «Ζητάω συγγνώμη από την οικογένειά μου, γιατί πολλές φορές στο οικογενειακό μου περιβάλλον δεν ήμουν τόσο ήρεμος. Ξεσπούσα πολλές φορές και ζητά συγγνώμη για αυτό».  Θα θέλατε να μας πείτε πώς το βιώνατε όλο αυτό;

«Οι προπονητές, λίγο - πολύ, όπου πηγαίνουν, πηγαίνουν μόνοι τους. Εγώ πάντα είχα μαζί μου την οικογένειά μου, γιατί ήξερα ότι αν απομονωθεί ένας προπονητής και πηγαίνει δεξιά - αριστερά, αποκλείεται να επιβιώσει το σπίτι του. Γιατί; Γιατί έχει πολλές προκλήσεις και ως δημόσιο πρόσωπο που γίνεσαι, κάποιος θα σε ενοχλήσει, κάτι θα σου κάνει. Ο γιος μου άλλαξε σχολεία, τον ταλαιπώρησα πολύ. Τη γυναίκα μου; Τί να πω γι' αυτή; Ήρωας. Έχει αλλάξει 24 σπίτια. Τί να πεις γι' αυτή τη γυναίκα; Κι όμως υπήρχαν στιγμές που τη στεναχωρούσα. Μπορεί να φαινόμουν ήρεμος, αλλά από μέσα μου ήξερα τί τραβάω και ξεσπούσα ορισμένες φορές στην οικογένειά μου. Αυτό είναι το, παράπονό μου, αυτό είναι το άσχημο. Εκείνοι δεν έφταιγαν σε τίποτα και γι' αυτό αναφέρθηκα στην οικογένειά μου. Αν θέλαμε να επιβιώσουμε ως οικογένεια, θα έπρεπε να ήμασταν μαζί. Εγώ έπαιρνα και την πεθερά μου μαζί μου, γιατί ήταν μόνη της η καημένη».

Η σύζυγός σας τί σας έλεγε όλα αυτά τα χρόνια;

«Τι να πει; Συμπαράσταση. Τι να πω για την Αναστασία; Ποτέ δεν αρνήθηκε να έρθει μαζί μου όπου πήγα. Έχουμε ένα σπίτι 160 τετραγωνικά. Άφηνε το καλό της σπίτι, τη σειρά της και πηγαίναμε σε σπίτια, τί να σας πω; Κοιμόμασταν σε κρεβάτια, σε ντιβάνια διπλά να τα ενώνουμε και να τα κάνουμε κρεβατοκάμαρα... Τί να πεις;».

Εχετε κι ένα σκυλάκι.

«Εγώ μονίμως έχω σκύλο. Η γυναίκα μου έχει "αρρώστια" με τα σκυλιά και την κόλλησε και σε μένα. Έχω κήπο στο σπίτι και είναι ωραία και γι' αυτά να ζουν εκεί. Είναι μαρτυρικό, όμως, όταν τα χάνεις. Πέντε σκυλιά που είχαμε έχουν πεθάνει, είναι σαν να χάνεις άνθρωπο».

«Όταν κάποιοι πρόεδροι μου έλεγαν πως κάποιοι παίκτες τα έπαιρναν, αντιδρούσα»

Αυτό που σας έβγαζε εκτός εαυτού ως προπονητής, ποιο ήταν; Αυτό που δεν ανεχόσασταν πρώτα ως άνθρωπος και μετά ως προπονητής.

«Όταν κάποιοι πρόεδροι μου έλεγαν πως κάποιοι παίκτες τα έπαιρναν. Εκεί αντιδρούσα. Ορισμένοι μάλιστα επέμεναν να μην τους βάζουμε κιόλας. Στα τόσα χρόνια που κάνω τη δουλειά αυτή, έχω το κριτήριο να δω αν ένας παίκτης θέλει να κάνει κάτι εσκεμμένα και πότε αγωνίζεται πραγματικά για την ομάδα του. Αυτό δεν μπορούσα να το δεχτώ με τίποτα. Γι' αυτό και πολλές φορές ήρθα μαζί τους σε αντιπαράθεση. Αν επέμεναν, έπαιρνα το καπελάκι μου και έφυγα. Από την άλλη, δώσαμε δικαιώματα στην Ελλάδα. Έχει τους λόγους του ο κόσμος να είναι καχύποπτος. Η Β΄Εθνική έχει κάνει πάρα πολλά λάθη και ειδικά από τότε που μπήκαν στη μέση τα στοιχήματα, νομίζω δώσαμε πολλά δικαιώματα. Όχι τόσο στην Α' Εθνική, επειδή τη ζω τόσα πολλά χρόνια. Σε χαμηλές κατηγορίες γίνεται το πανηγύρι το μεγάλο και η μπάλα παίρνει και τους άλλους».

Κόουτς, υπήρξε ομάδα που να σας πίεσαν πολύ να πάτε και εσείς να μην θέλατε;

«Αυτός είναι ο Απόλλων και από εκεί και πέρα δεν ήθελα να συνεργαστώ με κάποιους συγκεκριμένους προέδρους. Δεν θέλω να αναφερθώ σε συγκεκριμένα ονόματα, αλλά υπήρξαν πρόεδροι με τους οποίους δεν ήθελα να συνεργαστώ. Ο Ψωμιάδης μού είχε πει να πάω στην Καβάλα όταν ήταν η ομάδα Β' εθνική, αλλά δεν μπορούσα να πάω εκεί. Ή με τον Μπέο δεν μπορώ να συνεργαστώ».

Λειτουργήσατε με το συναίσθημα και να το μετανιώσατε;

«Όχι...».

Τη δεύτερη φορά που πήγατε στον Απόλλωνα, τί αλλαγή είδατε;

«Την πρώτη φορά όντως δεν είπαμε πάρα πολλά. Δεν είχαμε πολύ μεγάλες διαφορές, δεν είχα ιδιαίτερα προβλήματα. Κι αυτός εμπλεκόταν σε παίκτες και έλεγε ότι τα παίρνει ο ένας κι ο άλλος, αλλά δεν ήθελα να συνεχίσω γιατί έβλεπα έναν άνθρωπο που ακόμα και να κέρδιζες δεν σου έλεγε μια καλή κουβέντα, ήταν μονίμως στη μιζέρια. Περισσότερο από το χαρακτήρα του... Τη δεύτερη φορά που μπήκε ο Γκαγκάτσης κι ο Κασναφέρης μού είπαν "έλα, θα τα βρούμε, με εμάς θα μιλάς, ο Μονεμβασιώτης δεν θα έρχεται πολύ στο γήπεδο". Τον κρατήσαμε για μεγάλο διάστημα μακριά. Εγώ τρελάθηκα όταν κάναμε τις νίκες, που καθόταν στην κερκίδα και φώναζε σε μένα "κάνε αυτό, βάλε εκείνον, δεν βλέπεις". Εκεί είπα ότι ξέφυγε τελείως. Θυμάμαι ότι σε μία φάση είχε γίνει ένα φάουλ και είπε στον Ντάουντα να το χτυπήσει εκείνος. Εγώ ήθελα να το εκτελέσει ο Μπενιντέλι, τον φώναξα και του είπα μη τυχόν και δεν το εκτελέσει εκείνος. Γι' αυτό και μόλις νικήσαμε τον Παναιτωλικό και η ομάδα είχε ουσιαστικά σωθεί, είπα ότι σταματάω. Ο Μονεμβασιώτης είχε ζητήσει τέλος Μαρτίου να του πω αν θα ανανεώσουμε το συμβόλαιο ή όχι. Εγώ δεν ήθελα να το ανανεώσω. Πριν τον Παναιτωλικό, όμως, ήρθε ο Γκαγκάτσης και μού είπε ότι μετά το ματς με τον Παναιτωλικό, την Τρίτη, να μας πεις "ένα ναι ή ένα όχι". Αμα έλεγα "όχι" ήξερα ότι θα μου έλεγε εκείνος ότι σταματάει η συνεργασία μας και ήθελα να τον προλάβω εγώ και γι' αυτό έφυγα πιο μπροστά. Ενώ είχαμε να τα πούμε μετά τα πλέι άουτ, τον έπιασε η τρέλα του και ήθελε να του πω την Τρίτη. Δεν ξέρω τί σκέφτηκε».

Επειδή δεν έχουμε συνηθίσει να δημιουργείτε εντάσεις, μετά την αποχώρησή σας από τον Απόλλωνα έγινε ένα... ξεκατίνιασμα με τον κύριο Μονεμβασιώτη. Γιατί συνέβη αυτό;

«Αρχισε εκείνος... Είχαμε κάνει ένα συμφωνητικό για 20.000 ευρώ αν παρέμενε η ομάδα κι ένα άλλο για να δώσω 20.000 ευρώ αν φύγω. Ε, ζητούσε 20.000 ευρώ κι άρχισε να λέει διάφορες βλακείες κι άνοιξα εγώ το στόμα μου και είπα όσα ισχύουν. Είπα για την κερκίδα, είπα για τα παιδιά που έλεγε διάφορα - ειδικά για τον Φατιόν τον οποίο έβγαζε μονίμως "πιασμένο". Γι' αυτό το παιδί όπως μάχεται είναι δυνατόν να λέει αυτά τα πράγματα; Εντάξει, παίρνει κίτρινες, αλλά έτσι είναι το στιλ του. Θα τον αλλάξουμε εμείς; Ετσι, ερχόμασταν σε σύγκρουση».

Κόουτς, σας χρέωσαν κάτι άλλο που να σας πείραξε πολύ;

«Δεν συμβιβαζόμουνα...». 

«Δεν μου αρέσουν τα καψόνια στα νέα παιδιά»

Με ποιους παίκτες σας άρεσε να συνεργαζόσασταν;

«Είναι πολλά παιδιά με τα οποία συνεργάστηκα το 1990 και με παίρνουν τηλέφωνο μέχρι και σήμερα και συγκινούμαι. Όταν πάω σε μια ομάδα με παίρνουν και μου εύχονται "καλή επιτυχία". Με πολλούς παίκτες έχω καλές σχέσεις. Παράπονα έχω με 3-4 παίκτες. Εξαντλούσα όλα τα περιθώρια. Είμαι απ' αυτούς που συζητούν. Η πόρτα του γραφείου μου είναι πάντα ανοιχτή για όλους, από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο. Σεβασμός στους μικρούς. Δεν ήθελα να ταλαιπωρούν μικρό. Όταν ήμουν στον ΠΑΟΚ μας έβαζαν να τους βάφουμε και τα παπούτσια. Ό,τι θέλουν οι μεγάλοι λένε στο μικρό να τρέξει».

Στον ΠΑΟΚ ποιος σας έκανε καψόνια;

«Ο Φουντουκίδης για παράδειγμα ήταν χοντροκομμένος. Ο Παρίδης είχε πολύ χιούμορ».

Το χιούμορ σας άρεσε; Κάνατε πλάκα εσείς;

«Ναι, πως δεν μου άρεσε... Όσοι με ξέρουν, γνωρίζουν πολύ καλά ότι και έκανα πλάκες. Θυμάμαι ένα ματς Ακράτητος-Ολυμπιακός. Είχα έναν παίκτη τον Μαγκαφίνη, διαιτητής ο Τσαγκαράκης, ισοφαρίζουμε σ' ένα 1-1, δίνει ένα πέναλτι που δεν ήταν γίνεται το 2-1, μετά γίνεται το 2-2. Στις καθυστερήσεις ο Ηλιόπουλος, ένα σέντερ φορ που είχαμε βγήκε τετ α τετ και παραλίγο να κάνει το 2-3. Γυρίζει ο Μαγκαφίνης και του λέει "ρέφερι λήξτο γιατί θα γίνει το 2-3". Ο Τσαγκαράκης του έδειξε κίτρινη κάρτα, τσαντίστηκε».

Με τον Γκουτσίδη πώς γνωριστήκατε;

«Το 2010 βρεθήκαμε στη Ξάνθη κα κολλήσαμε. Βρισκόμαστε και σήμερα, έχουμε επαφές φυσικά, είναι πολλά χρόνια που κρατάει η σχέση μας».

Απ' όλη αυτήν την πορεία που έχετε, ποιες είναι οι ιστορίες που ξεχωρίζετε;

«Τί να σας πρωτοπώ τώρα... Εχω και πικρές ιστορίες και επειδή βρισκόμουν σε μικρομεσαίο χώρο, οι πιο πολλές στιγμές ήταν στενάχωρες. Η πιο στενάχωρη ήταν με την Καστοριά όταν ξεκίνησα και μετά με τον ΠΑΟΚ. Με ενόχλησε η συμπεριφορά και η οπισθοδρόμηση της καριέρας μου».

«Είχα την ευκαιρία να πάω στην ΑΕΚ»

Τότε τί στόχο είχατε; Το εξωτερικό;

«Εξωτερικό όχι δεν ήθελα. Αλλά θα μπορούσε να μου ανοίξει ο δρόμος για την Αθήνα, για την ΑΕΚ ας πούμε».

Είχατε ποτέ αυτήν την ευκαιρία;

«Την είχα όταν ήμουν στον Ηρακλή. Ήταν πρόεδρος ο Νικολάου αν δεν κάνω λάθος, αλλά δεν άφηνα την ομάδα... Ποτέ δεν το έκανα αυτό. Επειδή θα μου έκαναν μια μεγαλύτερη πρόταση; Δεν υπήρχε περίπτωση. Ο Διαμαντόπουλος, για παράδειγμα, άφησε τη Λάρισα για να πάει στον Ολυμπιακό. Ετσι δεν πήγα».

«Τον Σεϊταρίδη εγώ τον έκανα δεξί μπακ»

Μπορείτε να ξεχωρίσετε μερικά παραδείγματα παικτών που εσείς ανακαλύψατε και αναδείξατε;

«Ξεκίνησα με τον Σεϊταρίδη. Επαιζε μεσοεπιθετικός και σέντερ φορ και τον έκανα δεξί μπακ. Πολλοί παίκτες ήταν έτσι... Το 2000 που πήγα πρώτη φορά στα Γιάννενα, τότε τον είδα. Και τότε έφυγα από την ομάδα, αν δεν κάνω λάθος την 11η αγωνιστική. Είχαμε μια πολύ καλή ομάδα αλλά στις πρώτες 11 αγωνιστικές είχαμε 10 δοκάρια, δεν έμπαινε η μπάλα μέσα με τίποτα. 

Εφυγα τότε που πήγε στον Παναθηναϊκό ο Σεϊταρίδης. Είχαμε έναν πρόεδρο... Παίζουμε με τον Πανιώνιο και σβήνουν τα φώτα τρεις φορές. Μετά, πιάνει μια δυνατή βροχή και κάπου στο 20' σβήνουν τα φώτα, διακόπτεται και πάλι. Το ματς συνεχίστηκε από το 60'-70'. Την τρίτη φορά που ήταν να συνεχιστεί το ματς, ήμασταν στο ξενοδοχείο. Τότε δεν πηγαίναμε από το βράδυ αλλά το πρωί του αγώνα, καθόμασταν για λίγο εκεί. Ερχεται, λοιπόν, ο Σεϊταρίδης ντυμένος με πολιτικά για να με αποχαιρετήσει. Χωρίς να μου πει ο πρόεδρος τίποτα, τον είχε δώσει στον Παναθηναϊκό για 500 εκατ. δραχμές. Εμεινα 'κάγκελο', γιατί τον είχα βασικό για το ματς με τον Πανιώνιο. Ε, έφυγα μετά απ' αυτό».

Αλλους παίκτες που ανακαλύψατε εσείς;

«Ε, πολλοί...».

Ο Γιούρκας φαινόταν ότι θα έκανε καριέρα;

«Ναι, ήταν αέρινος. Ήθελε χώρο, εκεί μπροστά πνιγόταν».

Το Euro του 2004 πώς το βιώσατε;

«Αυτά γίνονται κάθε 100 χρόνια. Ποιος πίστευε ότι με το αντιποδόσφαρο που παίζαμε ότι θα το παίρναμε! Εκμεταλλευτήκαμε πολύ καλά τις στημένες φάσεις».

Ποια νίκη έχετε πανηγυρίσει πιο πολύ ως προπονητής;

«Να ήταν μόνο μία...».

Και τον Ολυμπιακό το κοντράραρε. Τον έχετε νικήσει 3 φορές...

«Ναι, την ΑΕK δεν μπορούσαμε. Και κυρίως ως ποδοσφαιριστής. Τον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό τον καταφέρναμε... Με τον ΠΑΟΚ έχω αρκετές νίκες».

Αν ζητήσουμε να βάλετε έναν τίτλο στην αυτοβιογραφία σας τί τίτλο θα βάζατε;

«Το να παίζεις ποδόσφαρο είναι το καλύτερο επάγγελμα στον κόσμο. Αμείβεσαι και ειδικά αυτές τις εποχές. Και το αμέσως χειρότερο είναι να είσαι προπονητής».

Τί ονειρεύεστε για το μέλλον;

«Τί ονειρεύομαι; Είμαι ικανοποιημένος με την καριέρα που έκανα ως προπονητής και δεν αλλοιώθηκε ο χαρακτήρας μου, γιατί σ' αυτή τη χώρα δεν είναι εύκολο να διατηρηθείς μέσα σ' αυτόν το χώρο που είναι περίεργος. Επίσης είναι σημαντικό που είμαι υγιής και αυτή η δουλειά δεν μου άφησε κάποιο κουσούρι. Το μόνο που μου άφησε, από το άγχος, είναι ουρικό οξύ. Αυτό κυρίως προέρχεται από ποτό και κακή διατροφή. Εμένα είναι από το άγχος».

Το άγχος σας πώς το διαχειρίζεστε; Άλλοι πίνουν... 

«Όχι, εγώ δεν πίνω. Δεν ξέρω τί θα πει αλκοόλ ή τσιγάρο. Μπορώ μ' ένα ποτήρι να σουρώσω – υπάρχουν ποτά που δεν τα έχω δοκιμάσει ποτέ».

Υπάρχει κάποιο πάθος που έχετε;

«Μπορώ να κάθομαι 3-4 ματς την ημέρα. Βλέπω ευχάριστα αγώνα και Β' και Γ' εθνικής. Προτιμώ τη Super League βέβαια, αλλά αν έχει ένα πολύ καλό ματς στο εξωτερικό θα δω αυτό».

Στο εξωτερικό υποστηρίζετε κάποια ομάδα;

«Ναι, ήμουν Μπαρτσελόνα και Λίβερπουλ».

Στο εξωτερικό έχετε δει κάποιον αγώνα;

«Όχι, δεν πήγα ποτέ μου και ως προπονητής. Γενικά δεν πήγαινα στο γήπεδο ούτε στην Ελλάδα».

Δηλαδή, δεν έχετε πάει στις προπονήσεις κάποιου προπονητή;

«Όχι, μόνο στου Όσιμ. Υπήρχε ένα παιδί στη Γυμναστική Ακαδημία, την εποχή που ο Όσιμ ήταν στην Παρτίζαν. Του είχα δώσει κάποια λεφτά και μου έβγαλε ένα εβδομαδιαίο πρόγραμμα του Όσιμ. Μου είχε κάνει εντύπωση η δουλειά του».

Τί σας είχε εντυπωσιάσει από τη δουλειά του;

«Ότι όλη η προπόνηση που έκανε, στις αρχές του '90, ήταν μόνο με μπάλα».

Κόουτς αυτή τη γνώση για την προπονητική πώς την βελτιώνατε όλα αυτά τα χρόνια;

«Εμπαινα κυρίως σε κάποια ισπανικά sites κι έβλεπα κάποιες προπονήσεις. Μπορούσα να συνδυάσω τις προπονήσεις, είχαμε μια ποικιλία προπονήσεων μόνο με μπάλα. Σπάνια έβαζα τρέξιμο. Είναι κουραστικό αλλά είναι κι ευχάριστο. Σ' αυτό το είδους προπονήσεων χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή στη διάρκεια και στο διάλειμμα».

Μας μιλήσατε για το άγχος που προκαλεί η δουλειά του προπονητή. Θυμάστε κάποιο βράδυ στο ξενοδοχείο που δεν μπορούσατε να κοιμηθείτε;

«Τα περισσότερα βράδια όταν πηγαίναμε στο ξενοδοχείο ήταν βάσανο, μεγάλο βάσανο. Και το κυριότερο είναι ότι εγώ δεν μπορούσα να φάω όλη την ημέρα τίποτα. Όταν ήταν να παίξουμε δεν έτρωγα ποτέ. Λίγο πρωινό έπαιρνα μόνο. Ακόμη κι 9 το βράδυ να ήταν το ματς, άντεχα. Το μεγαλύτερο βάσανο είναι να περιμένεις. Όταν κάνεις τη θεωρία σου και περιμένεις την έναρξη του αγώνα, είναι μεγάλο το άγχος. Όταν ξεκινήσει το ματς, αφήνεσαι».

Αν σας πάρουν τώρα να πάτε σε μια ομάδα, θα πάτε;

«Όχι. Τί να κάνεις τώρα; Στα play out ή στα play off. Αν με πάρουν για τη νέα χρονιά θα το σκεφτώ. Ανάλογα ποια ομάδα θα είναι».

Άρα ο Γιώργος Παράσχος, ο προπονητής, δεν έχει τελειώσει ακόμη...

«Άμα κάτσω τον επόμενο χρόνο και δεν δουλέψω... Τώρα έκανα τα χαρτιά μου για τη σύνταξη. Δεν τα έκανα τόσο καιρό για να μη λένε ότι παίρνω σύνταξη και δουλεύω παράλληλα».

*Ευχαριστούμε την Citroen για την παραχώρηση του αυτοκινήτου C3 Aircross SUV

Art direction: Χρήστος Ζωίδης / Φωτογραφίες: Βασίλης Τσίγκας